Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

ΕΡΚΥΝΑ

Μάρτυ Λάμπρου

Από τη συλλογή διηγημάτων Κόπιτσες

 

      Έπεφταν οι καταγγελίες, όπως τα νερά στους καταρράκτες στο φαράγγι του Ξηριά, πως μαζεύονταν εκεί τα βράδια παρέες νεαρών, άναβαν κεριά στις εσοχές των βράχων κι οργίαζαν. Οπότε ήρθε, για να αποκαταστήσει την τάξη ο αξιωματικός υπηρεσίας Παπαλάμπρος Νικόλαος.

 Όμως σα να σχίστηκε η γη και να τους κατάπιε στο άδυτο του χθόνιου Τροφώνιου.

 Ρε, λες να το έχουν ανακαλύψει τούτα τα κωλόπαιδα το μαντείο το υπόγειο; αναρωτήθηκε. Έρχονταν οι απόηχοι της πόλης κάτι σύρθηκε δίπλα του και τον ανησύχησε, ακούμπησε το χέρι στο πιστόλι. Οι λουρίδες από το χλομό φως που έπεφτε από έναν ξεχαρβαλωμένο στύλο δημιουργούσαν σκιές, χήνες και πάπιες τρύπωσαν φουφουρίζοντας ανάμεσα στις πικροδάφνες. Απ΄ όπου πετάχτηκε ξαφνικά μέσα από τα φυλλώματα ένα κορίτσι με κόκκινα κοντοκουρεμένα μαλλιά.

    Βρε, καλώστηνα την πέρδικα, αναφώνησε, ποια είσαι εσύ!

  Η Έρκυνα, αντήχησε η ένρινη φωνή της κι άρχισε να τρέχει προς τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν ψηλά στο μικρό ναό της Ιερουσαλήμ, που έμοιαζε σα να κρεμόταν από τους πελώριους, κοφτούς βράχους.

  Ο μπάτσος βάλθηκε να την κυνηγάει κι όσο την πλησίαζε κι άκουγε την κοφτή της ανάσα τόσο πείσμωνε. Θα αντέξει να ανεβεί τρέχοντας τα εφτακόσια σκαλιά, αναρωτιόταν, νιώθοντας και τις δικές του δυνάμεις σε δοκιμασία. Μια την έφτανε, μια την έχανε, για να τη δει να στρίβει παραπάνω και να χάνεται σαν αστραπή ανάμεσα στις δάφνες και τις μυρτιές. Από την αδημονία του να την προφτάσει ούτε που κατάλαβε για πότε βρέθηκε στο κοίλωμα του βράχου με το εκκλησάκι.

       Παραπίσω από τον ναό στη φυσική δεξαμενή, που αναβλύζει από τα αρχαία χρόνια η πηγή του Αγαθού Δαίμονα, την είδε να βουτάει στο νερό φωσφορίζοντας.

     Τώρα την πάτησες, μικρούλα! γέλασε χαιρέκακα και την περίμενε.  

      Αλλά εκείνη αργούσε βασανιστικά να αναδυθεί και τον ζώσανε τα φίδια. Ώσπου μέσα από έναν απότομο παφλασμό των νερών πρόβαλε μπροστά του ολόγυμνη. Η επιδερμίδα της με την παραμικρή τριχούλα ανασηκωμένη, υπερκόσμια λευκή και μικροκαμωμένη,  έμοιασε με  αντανάκλαση της πανσελήνου.

      Το αίμα του κόχλαζε, οι φλέβες του φούσκωσαν να σπάσουν. Ένα κλικ αρκούσε για να στείλει το αίμα του προς το πάνω κεφάλι; Όμως, το όργανο του οργάνου της τάξης σκλήραινε. Τα κουμπιά του παντελονιού του γλίστρησαν μέσα απ' τις κουμπότρυπες. Έλυσε τη ζώνη, την πέταξε παρακεί, ανάμεσα στα γκρεμόχορτα. Ξέσφιξε τη γραβάτα, τράχηλος και στέρνο άχνιζαν ιδρώτα. Όρμησε ένστολος στην υδάτινη γούρνα, μαγνητισμένος από το λαμπυρίζον στο φως του φεγγαριού αιδοίο.

        Μες στο ασημένιο νερό  βυθίζονταν κι  αναδύονταν. Τα βογκητά τους τάραξαν τα κουρνιασμένα πουλιά που φτεράκισαν αλλοπαρμένα ξύνοντας τις άκρες των φτερών τους στον βράχο, που τη στήριζε κρατώντας το πρόσωπό της  στις παλάμες του. Εκείνη  τον τραβούσε από τους ώμους, τα νυχάκια της έσχιζαν απαλά το δέρμα του σα μικρά νυστέρια,  με αγωνία στη μανία του εραστή της.

       Η πηγή ξέσπασε τα νερά καταπάνω τους σαν αρμονικές καμπύλες πεντάκρουνου σιντριβανιού τη στιγμή, που τινάχτηκαν και τα αφρώδη υγρά του στην επιφάνεια του νερού και επέπλεαν. Μια δάφνη είχε λυγίσει τα κλωνάρια και τους σκέπασε τρέμοντας, αγαθές νεροφίδες περιπλέχτηκαν στα πόδια, στα χέρια και τις πλάτες τους, προκαλώντας τους φόβο  κι αρχέγονες δονήσεις.

  Βγήκε εκείνος. Εκστασιασμένος στο πλατύσκαλο. Ακούμπησε την πλάτη στον μικρό, χτιστό τοίχο που έκλεινε την πηγή.  Κοίταξε κάτω στο φαράγγι και του φάνηκε σα μόλις ν΄ άναψαν χιλιάδες κεράκια στις σκαλιστές κόγχες που κάποια αρχαία χέρια σμίλεψαν στους βράχους, και όλα να φωτίστηκαν από ένα λευκό φως που δεν το είχε ξαναδεί`  οποιοδήποτε άλλο φως του έμοιαζε με σκοτάδι.

       Αναδύθηκε από τη δεξαμενή και η κόρη ανάμεσα σε μαργαριταρένιες φυσαλίδες. Απαστράπτουσα, παραπάτησε προς το μέρος του, κάθισε πλάι του. Χάιδεψε την πλάτη της, κατόπιν  πέρασε το χέρι του στη μεσούλα της, την έσφιξε πάνω του, φίλησε τον λαιμό της φτάνοντας στον ώμο και ξανά πίσω αργά, ρουφώντας την υγρασία από το μεταξένιο της δέρμα.

      Γυμνοί, σα γλυπτή προέκταση του βράχου. Το φεγγάρι να κάνει  κύκλους και να τους φέγγει, προβολέας. Το πηλήκιο πάνω στις εφέδρες, πιο κει η γραβάτα, το πιστόλι, το κλομπ.

       Φωτίστηκε ως και το μικρό της φαράγγι! Τράβηξε το σακάκι του και τη σκέπασε.

 Τα αιωνόβια πλατάνια κάτω στις όχθες του ποταμού της νύμφης Έρκυνας  έσπρωχναν με τις ρίζες τους δυο μικρές ιτιές κι εκείνες έγειραν και σκέπασαν ασφυχτικά με τα ευλύγιστα κλωνάρια τους τις γκριζωπές ροδοδάφνες. Αερόριζοι κισσοί χαϊδολογιόντουσαν δίπλα στις συκιές. Που σκύψανε πλακώνοντας με τα κλαριά τους τα νεράγκαθα και τα μοσχάγκαθα κι αυτά έσυραν και χάιδεψαν με  τα δερμάτινα φύλλα και τα αγκάθια τους τις σάρκες των φύλλων τους ανεπαίσθητα, σα μικρές, απαλές νυχιές. Ένας απήγανος ήρεμος περίμενε με φουσκωμένο τον ύπερο τη στιγμή του έρωτα.  Ροδιές αγκαθωτές έσκαγαν τους πρασινοκόκκινους καρπούς τους σα σαπουνόφουσκες.

  Την πήρε στην αγκαλιά, την έσφιξε ανάμεσα στα πόδια. Το ένα ακουμπούσε το λυγισμένο του γόνατο στην υγρή της ήβη. Το χέρι του πλησίασε και  με την άκρη των δαχτύλων έτριψε τη ρώγα της. Παρέμεινε στην ίδια στάση δίχως να κουνηθεί και την ανησυχήσει. Την κρατούσε με ευλάβεια σαν κάτι το εύθραυστο, το  πολύτιμο.

       Στα βλέμματα ξανά ο πόθος. Τα σώματά τους σάλεψαν υπάκουα στην ακατανίκητη προσταγή του έρωτα, ξανακύλησαν στη γούρνα, στο φεγγαρόλουστο νερό. Στα χείλη τους  χρυσόσκονη. 

    Κάποιοι που βρέθηκαν στο φαράγγι είδαν την αντανάκλαση στα νερά και σηκώνοντας τα κεφάλια αναφώνησαν:

         Φωτιά!

    Βγήκαν έξω από τη δεξαμενή στραφταλιστοί κι ελεύθεροι. Γλίστρησαν πάνω στα  πολιτρίχια τα απαλά και γαλάζια σα λυμένα μαλλιά, που ήταν περιπλεγμένα με τις εφέδρες τις ξελογιάστρες, μεθυσμένα κι ηλεκτρισμένα από την εφεδρίνη που εκείνες έχυσαν στους τρυφερούς τους ύπερους, εμβολίζοντάς τους επιδέξια. Ο καυλός ενός ζουμπουλιού μόλις κι έβγαινε στην επιφάνεια σπρώχνοντας το χορτάρι. Ο δικός του σαρκωμένος καυλός ανάμεσα στα τρυφερά της χείλη. Αγριορίγανες ρουφούσαν τις αφροδισιακές ράγες μιας κάπαρης βγάζοντας πνιχτά βογκητά. Απλωτοί λωτοί έσμιγαν τα κλαδιά τους με τα κλωνάρια ενός μελίλωτου κι αυτός αναριγώντας σπασμωδικά, τέντωσε τόσο τους μίσχους του κάνοντας μια μεγαλόπρεπη προσπάθεια να φτάσει μέχρι την ευτυχία, που  έσπασαν, κι άφησε την τελευταία του πνοή πάνω στις μπλε μοβ ανεμώνες. Κι οι ανεμώνες σκορπίσαν  τη  μαύρη πούδρα  τους  ξανοίγοντας βάναυσα τα πεταλάκια, τόσο, που μάδησαν. Σαν τα δάκρυα της Αφροδίτης για τον Άδωνι. Οι πικραγγουριές ζαλισμένες από τους φλώμους που είχαν πλαγιάσει πάνω τους δολερά τους γλοιώδεις βλαστούς, κι από τα πριονωτά φύλλα τούς στάλαξαν το γαλακτώδες βάλσαμο, σφενδόνισαν με δύναμη τους κολλώδεις πίδακες με τους σπόρους, σαν άνθρωποι να ξαπόστελναν όλα τους τα σπλάχνα.

       Ένας άλυσος δεν άντεξε. Ανασκελωμένος δεχόταν μια σεληνίτιδα. Ερωτιάρα, με απαράμιλλη ορμή, με φύλλα καρδιόσχημα όλο λόγχες και δόντια, του τα έμπηξε με καύλα στα μακριά του φύλλα. Πάνω στο σμίξιμο, ασυγκράτητος πια, κόπηκε βαθιά κι έγειρε στην όχθη της πηγής.

   Γεράκια πετούσαν στο φαράγγι παίρνοντας το σχήμα της αύλακας. Πήρε το πηλίκιο απ' τις εφέδρες, το πέταξε πέρα στο γκρεμό ξαφνιάζοντας τα πουλιά. Γύρισε: Έρκυνα! Έρκυνα! τη φώναζε.

      Ακούγονταν μόνο τα νερά του ποταμού να κελαρύζουν, ο αντίλαλός του σα να χτυπιόταν στους βράχους, απέναντι πάνω από τα ερείπια του καταλανικού κάστρου μόλις ανέτειλε ο ήλιος.


Μάρτυ Λάμπρου:

Η Μάρτυ Λάμπρου, γεννήθηκε στη Λιβαδειά και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε παιδαγωγική και έχει εκδόσει τη νουβέλα "Το κόκκινο κουτί". Το διήγημά της "Θήβα, Βάγια, Αλίαρτος" δημοσιεύτηκε σε ανθολογία των εκδόσεων Καστανιώτη και το "Κόπιτσες" διακρίθηκε πρόσφατα στον διαγωνισμό του περιοδικού Πλανόδιον, στο οποίο και δημοσιεύεται τον Δεκέμβριο του 2010. Το 2011 ολοκληρώνει το μυθιστόρημα "Με λυμένο χειρόφρενο", βασισμένο στα νεανικά ταξίδια της, στη Δυτική, Ανατολική Ευρώπη και Μέση Ανατολή, με τον νταλικέρη πατέρα της.

 

copyright 2009-2010, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας