ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Η Μάρτυ Λάμπρου γεννήθηκε στη Λιβαδειά Βοιωτίας και τα τελευταία χρόνια κατοικεί στην Αθήνα. Είναι μητέρα ενός αγοριού έντεκα χρόνων. Σπούδασε παιδαγωγικά, μουσικοκινητική και κουκλοθέατρο στο ΙΕΚ ΑΚΜΗ. Διατήρησε μέχρι το 2007 κατάστημα με βιβλία και παιδικά παιχνίδια στην οδό Φορμίονος 92 στον Βύρωνα. Εργάζεται υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο στου Ζωγράφου.

Στα 1998 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Χρηστάκη η νουβέλα της "Το κόκκινο κουτί". Στα 1999 διακρίθηκε στον διαγωνισμό διηγήματος των εκδόσεων Καστανιώτη το διήγημα "Θήβα Βάγια Αλίαρτος, όπου εκδόθηκε στη συλλογή "20+1 ιστορίες". Ποιήματα έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό "Νέο επίπεδο", κείμενα στην εφημερίδα "Athens voise" και στο λογοτεχνικό περιοδικό "Δέκατα". Ολοκλήρωσε πρόσφατα το μυθιστόρημα "Φώτα πορείας".


Κύριο Μενού

 

 

Ένα κύμα έρχεται ξαφνικά

 

της Μάρτυ Λάμπρου 

 

 

 

“Ουδείς επίβλημα ράκους αγνάφου επιρράπτει επί ιματίω παλαιώ, ει δε μήγε, αίρει το πλήρωμα αυτού, το καινόν του παλαιού, και χείρον σχίσμα γίνεται” Κατά Μάρκον, στιχ.21.            

 

Η Αλεξία έφτασε στο γραφείο της στην αρ ντεκό πολυκατοικία στις παρυφές του Λυκαβηττού.

  Διευθύντρια σε γυναικείο περιοδικό.

 Αστραφτερή, εργονομικά ντυμένη και με κομψά αξεσουάρ. Ψηλή με καλοσχηματισμένους στενούς γοφούς, εκπέμπει χάρη και θηλυκότητα. Μακιγιαρισμένο τέλεια το λεπτοκαμωμένο της πρόσωπο.

  Πέταξε τη μπορντό δερμάτινη τσάντα στον καναπέ, όταν διαπίστωσε με αγανάκτηση ότι η Νόνη είχε αλλάξει πάλι τη θέση στα πράγματά της.

  Ξανάβαζε μέσα τον φίκο, μπήκε η Ζέφη, η αρχισυντάκτρια και δεξί της χέρι, καμιά φορά και τα δυο της χέρια.

  “Άσε, μη μου πεις. Η χήρα έβαλε πάλι τη χείρα της”, γέλασε η Ζέφη κι άρχισε να τη βοηθάει στην τακτοποίηση. Τρεις φορές χηρευάμενη η μητέρα της  Αλεξίας η Νόνη.

  “Ειδικός του φένγκ-σουι ο καινούργιος” είπε η Αλεξία και ξεκρέμασε  τον  πίνακα με τις τίγρεις, συνεχίζοντας, “τον βάζει εκεί, γιατί επιμένει ότι πρέπει να είναι στην ανατολική ελλιπή γωνία για να ισορροπεί η θετική ενέργεια στο χώρο. Θα με τρελάνει με τα γκούα-μπα-γκούα, λευκές τίγρεις, πράσινους δράκους... πράσινα άλογα και τρίχες κατσαρές”.

  Αναστέναξε όταν είδε ότι είχε φέρει ξανά και το παλιό δρύινο γραφείο, που της έμοιαζε να προέρχοντανν από το γραφείο μεγαλογιατρού ψυχίατρου του περασμένου αιώνα.  Συνθετικά σκατά αποκαλούσε η Νόνη τα έπιπλα που η Αλεξία έχει επιλέξει.

“Βρήκα τον τίτλο του κύριου άρθρου για το σεξ”, την απέσπασε η Ζέφη. “Με το κεφάλι ψηλά. Kαι εννοώ το κεφάλι του πέους στο απόγειο της δόξας του” τόνισε με παιχνιδιάρικο ύφος, ενώ τοποθετούσε στη γωνία δίπλα στο παράθυρο το μεγάλο κρυστάλλινο βάζο με τα αποξηραμένα φυτά.

  “Ζέφη… δεν είπαμε ότι θα απευθυνόμαστε στα ευρύτερα στρώματα, σε μεγαλύτερες ηλικίες, με άγχη, παιδιά, και άντρες με σκυμμένα τα κεφάλια;” την παρατήρησε απρόθυμα.

 “Μια νύξη έγινε. Επειδή έπεσαν οι πωλήσεις σημαίνει πως θα αλλάξουμε το προφίλ και θα γίνουμε λαϊκό περιοδικό; Αυτή η κατηγορία γυναικών μας αγοράζει για τα δώρα. Aρώματα, τσάντες, κραγιόν.  Και τις σελίδες με τους κοσμικούς. Πάνω απ’ όλα όμως τους δίνουμε το δικαίωμα, να ονειρευτούν μέσα από τις σελίδες μας”.

  “Άκυρο Ζέφη. Έχεις τίποτε άλλο;” τη ρώτησε κι άναψε τσιγάρο. Η άλλη που ήξερε τις διαθέσεις της βγήκε από το γραφείο προφασιζόμενη ότι κάτι είχε ξεχάσει.

 Η Αλεξία κάπνισε απανωτά άλλα τρία τσιγάρα κοιτάζοντας απέναντι στο λόφο τις κορυφές των δέντρων, να γέρνουν σα να 'θελαν να αγκαλιαστούν. Ένα αεροπλάνο πέρασε αφήνοντας πίσω του λευκό ατμό που όπως διαλύονταν φαίνονταν σα να σχημάτιζε ένα αχνό ερωτηματικό.

 Την ένιωσε αρχικά από το άρωμά της και μετά από τον κρότο των τακουνιών στα φρεσκοπλυμένα πλακάκια από γυαλιστερό, μαύρο γρανίτη. Η ψηλόλιγνη σιλουέτα της Νόνης περιφέρονταν τριγύρω, οι πολύτιμες πέτρες και τα ακριβά μέταλλα  κροτάλιζαν πάνω της.

 Μετά καλημέρισε την Αλεξία με τη βραχνή φωνή της κι άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματα στις θέσεις που εκείνη ήθελε.

 Όταν τελείωσε, έβγαλε τις γλάστρες με τις γιούκες στο διάδρομο, γύρισε, ξεφύσηξε με νάζι, απλώθηκε στον καναπέ και κοιτάζοντας την κόρη της με βλέμμα μητρικής αγάπης είπε: “Ωραία! τώρα είναι όλα εντάξει. Κάθισε, χρυσό μου.  Κι αυτόν τον φίκο. Πέταξέ τον, επιτέλους! Σα να κουβαλάει ψυχή  σκοτωμένου”.

 “Είμαι καλά εδώ; ή μήπως εμποδίζω τη διέλευση της ενέργειας; Βαρέθηκα Νόνη!” είπε, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής η Αλεξία.

   “Από τι χρυσό μου;”

   “Από αυτό που είμαι”.

 “Κρίση των τριάντα. Θα σου περάσει”, την καθησύχασε, ενώ θαύμαζε τα περιποιημένα, γαμψά νύχια της.

  “Τριανταοχτώ είμαι”.

  “Τέλος πάντων. Αντί να καταργήσουν το θρήσκευμα στις ταυτότητες θα έπρεπε να καταργήσουν το έτος γεννήσεως” διόρθωσε το μπούστο και συνέχισε, “κάνε ένα ταξίδι ή ερωτεύσου ή κάνε ένα παιδί κι εσύ”.

  Μπήκε η Ζέφη με έναν δερματόδετο φάκελο στο χέρι και τον ακούμπησε στο γραφείο. “Η πιτσιρίκα που πήραμε από το free press είναι φοβερή!” ανακοίνωσε και ανακάτευε τις δακτυλογραφημένες σελίδες. “Το θέμα μας, είναι ο άντρας της δεκαετίας” σήκωσε το βλέμμα, τις κοίταξε και συνέχισε, “ο άντρας αυτός λοιπόν έχει ένα ύφος  βαριεστημένο, σα να έχει ξυπνήσει από δυνατό hang over. Μαλλιά αχτένιστα και μακριά, δέρμα χλωμό, σώμα αδύνατο κι αγύμναστο. Ευαίσθητος, με μια rock 'n' roll παρακμιακή πνευματικότητα. Η κτηνώδης δύναμη δεν είναι πια δεχτή. Ο σύγχρονος άντρας κλαίει, συζητά, μελαγχολεί και μας μοιάζει αρκετά. Βρήκαν και ένα νεολογισμό για αυτόν τον τύπο άντρα: “Αγορίτσι”.

  “Δεν είμαστε καλά! Ο άντρας είναι άντρας, τελεία και καύλα” την ξεφώνισε η Νόνη.  “Όχι κι αγορίτσι. Απαράδεκτο!” φώναξε, τινάζοντας τη στάχτη από το τσιγάρο και τα αστραφτερά της σκουλαρίκια.

  “Άσε, τις νέες γενιές να τα βγάλουν μόνες τους πέρα”  έκανε νόημα  η Αλεξία στη Ζέφη να φύγει αμέσως, γιατί αν συνέχιζε η Νόνη τη συζήτηση για τους άντρες…

  Μετά πετάχτηκε πάνω απότομα, η Νόνη την κοιτούσε με μισόκλειστα μάτια, έκλεισε με θόρυβο την πόρτα πίσω της. Πρώτη φορά εγκατέλειπε το γραφείο με τέτοιο τρόπο, πρώτη φορά έδειχνε τόση αγένεια στη μητέρα της.

Άναψε τσιγάρο, αν και δεν της άρεσε να καπνίζει στο δρόμο.  Η κίνηση ήταν μικρή, ο κόσμος θα έβγαινε αργότερα στα λουσάτα εμπορικά καταστήματα.

 Ένα νεαρό ζευγάρι την προσπέρασε, σαν ανθισμένη πασχαλιά ευωδίασαν. Εκείνος είχε το χέρι του χαμηλά στη μέση της κοπέλας κι εκείνη περπατώντας με αργό, μικρό βηματισμό έριχνε το κορμί της στο δικό του αναγκάζοντάς τον να σταματήσει για λίγο, να την κοιτάξει, να τη φιλήσει. Έμοιαζαν ερωτευμένοι. Ξενυχτισμένοι, τα ρούχα τους  βραδινά, πήγαιναν στο ωραίο τους διαμέρισμα, να κάνουν έρωτα στο κρεβάτι με τον ουρανό.

 Η Αλεξία θα έπρεπε να νιώθει τυχερή που ζούσε σε μια από τις καλύτερες περιοχές της Αθήνας, το Κολωνάκι, όπου όλα ήταν αισθητικά γοητευτικά, οι άνθρωποι λαμπεροί, με πάλλευκα δόντια, και σκυλιά ράτσας που ενίσχυαν την ανωτερότητα της δικής τους ράτσας. Και θα ένιωθε τυχερή…

  Γύρισε το κλειδί και η Νίκη, η βοηθός στο σπίτι, παραξενεύτηκε που την είδε τέτοια ώρα.

 

 Όταν ήταν μικρή όλα της φαίνονταν διαυγή. Το νερό στο ποτήρι μπορούσε να το κοιτάζει με τις ώρες, ώσπου να νομίσει ότι γεμίζει μικρά μικρά αστέρια. Τα ίδια που έβλεπε κάθε που γαντζωνόταν στο λαιμό του πατέρα της, καθώς την αγκύλωναν οι τρίχες από το μούσι του, και μύριζε την κολόνια του, κάτι μεταξύ άγριου πεύκου και καμφοράς. Για πέντε χρόνια, όσο άντεξε η Νόνη έγγαμη. Γιατί η Νόνη είχε στέμμα. Σταρ Ελλάς στα καλλιστεία και στο παρελθόν της λοβοτομή. Έγινε απόγονος Γάλλου ιππότη διοικητή των επαρχιών της Λαμίας κι άλλαξε το επώνυμό της από Ντέλλα σε Δελαρός. Το κλαρίνο που άκουγε μικρή έγινε κλαρινέτο, το σιγκούνι της γιαγιάς μαντό, η μαντίλα φουλάρι Hermes, το ταγάρι τσάντα Channel, οι σπανακόπιτες κις λωραίν. Η Νόνη τα χώνεψε με καταπληκτική ταχύτητα και επιτάχυνε προς τα πάνω, στην υψηλή κοινωνία.

 Κάπου όμως της ξέμειναν οι δυο ασπρόμαυρες, σε φτηνή κορνίζα, φωτογραφίες, ανάμεσα σε φορεμένα ψηλοτάκουνα, μέσα σε ένα αραχνιασμένο χαρτοκιβώτιο στην αποθήκη, όπου έψαχνε η Αλεξία παλιομοδίτικα ρούχα για μια φωτογράφηση.

 Ποιοι να 'ναι όλοι αυτοί; Αναρωτήθηκε τότε και κόμποι έφραξαν το λαιμό της.  Γυναίκες με σκαμμένα πρόσωπα και σφιγμένα χείλη. Παιδιά καθισμένα στα γόνατα τους, με ρουχαλάκια φτωχικά, φθαρμένα όλο μπαλώματα, δίχως φιόγκους στα μαλλιά, ξυπόλητα.  Μια οικογένεια έμοιαζαν. 

 Κοιτάζοντας ξανά τις φωτογραφίες περίμενε τη Νόνη. Ήταν σίγουρη πως θα ερχόταν. Αφού θα περνούσε πρώτα από τα Καφέ της πλατείας. Είχε διαμορφώσει τις συνήθειές της και δεν θα τις άλλαζε για ό,τι κι αν γινόταν. 

Την περίμενε.

  Ξέβαφε το πρόσωπο μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου, που έμοιαζε με μαρμαρένιο αλώνι από σομόν μάρμαρο. Περιπλάνησε το βλέμμα στο κράσπεδο του καθρέφτη από φίνο κρύσταλλο στα βαζάκια με τα καλλυντικά. Κρέμες με απολεπιστικό σύμπλεγμα με συνδυασμό από μέλι και εκχύλισμα μπουμπουκιών οξιάς, νανοκάψουλες βιταμίνης Α εμπλουτισμένης με εκχυλίσματα από φύτρο σταριού, λοσιόν και οροί αντιγήρανσης από ελιά, από χαβιάρι... από κολοκύθια τούμπανα, γέλασε ειρωνικά.

Στα πορσελάνινα ράφια τα κραγιόν βαλμένα κάθετα, σαν πύραυλοι εξερεύνησης προς άλλους κόσμους. Στο άπειρο των αποχρώσεων. Κόκκινο για στόμα μηδειακό, αιμοσταγές. Ροζ αθώο. Βαθυκόκκινο της αμαρτίας. Φρουτώδη και γυαλιστερά. Σε φυσικούς τόνους. Ανεξίτηλα.

 Πόσο καιρό είχε χάσει ψάχνοντας τη σωστή απόχρωση, αναρωτήθηκε, πέταξε τις ψεύτικες βλεφαρίδες, ξέπλυνε το πρόσωπο με μπόλικο νερό, δάγκωσε και ξεκόλλησε τα ψεύτικα νύχια.

  Μπροστά στον άλλο καθρέφτη, της κάμαράς της, κοίταζε μια το είδωλό της μια την παλιά φωτογραφία. Ήταν ίδια με τη γυναίκα που έμοιαζε νεότερη.  Πέρασε ένα μαντήλι στο κεφάλι. Ολόιδια!

 

“Ποιοι είναι αυτοί;” ρώτησε τη Νόνη που μόλις είχε μπει στην αποθήκη.

  “Άγνωστοι αγάπη μου”, είπε ψύχραιμη κι έκανε να της αρπάξει τα κάδρα. Η Αλεξία όμως τα κρατούσε τόσο σφιχτά, που άσπρισαν οι αρθρώσεις στα δάχτυλα. Το βλέμμα της   μοχθηρό.

 Οπότε η Νόνη, περιορίστηκε σε έναν μορφασμό, και διατηρώντας μιαν απάθεια, έβγαλε ένα κραγιόν κι ένα καθρεφτάκι. Μετά ανοιγόκλεινε το κραγιόν, δίχως να πει τίποτα ή να κάνει ένα βήμα προς την ανοιχτή πόρτα,  που στο μεταξύ η Αλεξία σηκώθηκε γρήγορα και κλείδωσε.

 Η αποθήκη φωτιζόταν μόνο από το στενόμακρο παράθυρο απέναντι. Σκόνη γκρι σαν πούδρα σκέπαζε τα πράγματα και αιωρούνταν στις λουρίδες φωτός που έκοβαν το χώρο στα δύο.

  Πλάι στον παλιοκαιρισμένο καλόγερο, με τα κρεμασμένα ξηλωμένα ρούχα και τα καπέλα, έγερνε ένα ξύλινο αλογάκι. Διακρίνονταν ακόμη τα χρώματά του, καφέ με άσπρες βούλες στο λαιμό και στα πόδια.

  Η Αλεξία το τράβηξε από τα χαλινάρια, κάθισε κι άρχισε να κουνιέται μπρος πίσω, πίσω μπρος. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετά  μέσα σε άκρα σιωπή.

  Μετά ανήσυχη η Νόνη δοκίμαζε να τηλεφωνήσει από το κινητό της, αλλά  δεν είχε σήμα.

 Το φως στην αποθήκη ολοένα λιγόστευε, τα ροδάκια του αλόγου εξακολουθούσαν να στριγκλίζουν, η Νόνη βαριανάσαινε κι έψαχνε τώρα στους τοίχους να βρει τον διακόπτη για να διαπιστώσει  κοιτάζοντας την οροφή πως δεν υπήρχε καν λάμπα.

  “Αλεξία, παρατράβηξε το αστείο. Άνοιξε! Θα πάθω πανικό, θα πάθω υστερία” φώναξε και περιφερόταν σκοντάφτοντας όλο και κάπου.

  “Τι έπαθες ξαφνικά; Δεν σε καταλαβαίνω… κάνε ένα ταξίδι,  γράψε ένα βιβλίο, θα σου πληρώσω να πας σ΄ ένα από αυτά τα εργαστήρια… ή κάνε ένα παιδί σου λέω! Μ΄ έναν ξένο να μην τον έχουμε κι ανάγκη. Με τον Αλβανό που φροντίζει το εξοχικό. Έχει γερά γονίδια, είναι όμορφος, ξανθός…ένα κοριτσάκι ξανθό, με μπούκλες…άνοιξε επιτέλους την πόρτα!” ούρλιαξε, τράβηξε τη φαρδιά κόκκινη ζώνη, που έσφιγγε την ακόμη εξαιρετικά λεπτή μέση της και ξέδεσε το μεταξωτό φουλάρι  που ΄σταζε ιδρώτα.

  “Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι στις φωτογραφίες;” συλλάβισε δυνατά η Αλεξία.

 “Δεν ξέρω…δε θυμάμαι. Μάλλον τις είχα αγοράσει στο Μοναστηράκι, έτσι, χωρίς λόγο… δε θυμάμαι”.

 Έμοιαζε πανικοβλημένη καθώς χτυπούσε  τα μεγάλα της τακούνια με  κρότο στο πάτωμα. Σταμάτησε. Πάλι τα τακούνια της, τακα τακ, τακα τακ, πλησίαζαν την Αλεξία κι απομακρύνονταν, για να σταματήσουν μετά από λίγο μπροστά της.

  “Άκουσε καλά αχάριστη. Αν θες να κάνεις την επανάστασή σου στα σαράντα… να την κάνεις μόνη σου. Έφτυσα αίμα για ν' αποκτήσω όλα αυτά που τόσα χρόνια απολαμβάνεις εσύ. Πήγες ποτέ να δεις πως ζούνε στις φτωχοσυνοικίες; Τα χρήματα που ξόδεψες εσύ σε μερικά χρόνια μόνο για τα γούστα σου, σε πολλούς θα έλυναν το οικονομικό τους πρόβλημα. Κακομαθημένη…μαλακισμένη!” τη χαστούκισε.

   “Ποιοι, είναι;” την ρώτησε η Αλεξία.

  “Ποιοι είναι; Χωριάτες ήταν. Φτωχοί και βρώμικοι. Σκληροί. Αυτό ήταν, πέτρινοι. Η γιαγιά μου η Παναγιού. Ο παππούς ήταν αντάρτης. Σκοτώθηκε; Τον εκτέλεσαν; Δε  μιλούσαν γι αυτό. Η μάνα μου η Μαρία. Ο πατέρας μπάρκαρε κι εξαφανίστηκε. Το τελευταίο τηλεγράφημα ήταν από την Ακτή του Ελεφαντοστού. Η αδερφή μου η Σοφία, παντρεμένη από τα δεκατέσσερα, δεν ξέρω καν αν ζει και πού βρίσκεται.

Εγώ. Ήμουν όμορφη και το ήξερα κι ας μου το έκρυβαν κι ας μην υπήρχε καθρέφτης να κοιταχτώ, μιας και δεν είχαν άντρα για να ξυρίζεται. Καθρεφτιζόμουν στα νερά και σε ένα μικρό ασημένιο καθρέφτη, τάμα στην εκκλησία της Αγια-Βαρβάρας. Ξωτικιά με φώναζαν. Ήθελα να πλένομαι κάθε μέρα. Μου άρεσαν τα ρούχα, τα κοσμήματα, η νύχτα, οι άντρες. Με χτυπούσαν, να συμμορφωθώ. Μέχρι τα δάχτυλα κόντεψε να μου σπάσει η μάνα, επειδή δεν κεντούσα.

Το μόνο που είχα, ήταν η τιμή μου, έλεγαν.  Ότι είμαι άσχημη, ότι είμαι βαλαντωμένη. Έφεραν έναν μακρινό συγγενή, να με φοβερίζει, να με παρακολουθεί, να με δέρνει.

Έπιαναν τα μαλλιά μου σε σφιχτές κοτσίδες. Μου τα ΄κοψαν. Με χτυπούσαν στην πλάτη, να περπατώ σκυφτή. Να καμπουριάζω, να μη φαίνεται το ύψος”.

   “Πώς, σε λένε Νόνη;”

   “Παναγιώτα”.

 “Με πάντρεψαν, για να με σώσουν, μ΄ έναν έμπορο. Να προλάβουν πριν μου βγει το όνομα. Κοντόχοντρος και  πλαδαρός, με αραιά γκρίζα μαλλιά, χρυσό δόντι μπροστά που μύριζε.  Έπεφτε πάνω μου.  Τα σάλια του στο λαιμό, στο πρόσωπο, στο στήθος…” αναστέναξε, θρόισε το φόρεμά της, αντήχησαν τα παπούτσια της, καθώς τα ΄βγαλε και  τα πέταξε παρακεί.

  “Με κλείδωνε. Δεν  άφηνε  κανέναν να με δει. Όταν έμεινα έγκυος, ήταν σίγουρος πια. Καμιά γυναίκα δεν αφήνει το παιδί της. Το άφησα. Στο μαιευτήριο. Ήρθα λεχώνα με τα πόδια στην Αθήνα. Έλεγα θα γυρίσω μια μέρα, θα το πάρω, θα γυρίσω… σκλήρα με είπαν τότε”.

  “Εγώ είμαι… αυτό το παιδί;” τραύλισε η Αλεξία.

 “Όχι” είπε σαν να πνίγονταν η Νόνη. Δάκρυα πλημμύρισαν στο πρόσωπο, το μακιγιάζ της μάσκα που έπεφτε. Το παχύ κόκκινο κραγιόν προεξείχε από τα χείλη. Δεν έβρισκε το μαντηλάκι και με τρεμάμενα χέρια σκουπίστηκε στο φουστάνι της. Η Αλεξία σύρθηκε με τα γόνατα δίπλα της, ένα φως τις διαπέρασε, η Νίκη  ήταν με έναν φακό. Εστίασε στα πρόσωπά τους...

 

   Τρεις γυναίκες περπατούν κατά μήκος μιας αμμουδερής παραλίας, κάτω από έναν κατακόκκινο ήλιο. Η μεγαλύτερη κρατάει ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα πέδιλα.  Ανασηκώνει με τις πατούσες την άμμο.

  Το αεράκι που έρχεται από τη θάλασσα, ανακατεύει τα μαλλιά της νεότερης. Το κοριτσάκι τρέχει μπροστά κι αρχίζει να ψάχνει για κοχύλια. Ψαράδες στα ανοιχτά τραβούν τα δίχτυα, οι απόηχοι από τις φωνές τους μπερδεύονται  με τον παφλασμό των κυμάτων, που σκάνε στα ίσαλα της παρατημένης βάρκας, όπου πλάι  το κοριτσάκι σκάβει βαθιά την άμμο με τα δάχτυλα.

  Ένα κύμα έρχεται ξαφνικά. Η μικρή γούρνα γεμίζει νερό, το κοριτσάκι μουσκεύεται και πετιέται πάνω γελώντας.

 

   

    Άνοιξη 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    Σχόλια


Με ταξίδεψε...Συγχαρητήρια στην συγγραφέα!!!

antonis

 

Ιλλουστρασιόν σελίδες περιοδικού και σκαμένα πρόσωπα από εργάτες γης. Τι κι αν το σύστημα ανθεί και λουλουδεί;-Έστω κι αν γεννάει κρίσεις-
Κάποια στιγμή έρχεται η πλήρης ανατροπή και το τέλος δεν είναι "ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα". Δυναμική γραφή χωρίς περιττά φτιασιδώματα. Ανυπομονώ να διαβάσω το νέο σου μυθιστόρημα...

Natassa

 

ΑΠΛΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ. ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ.ΜΠΡΑΒΟ ΣΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ.

Aggelos

 

Δυνατό κρασί. Μπράβο Μάρτυ!

Στρατής Χαβιαράς
stratishaviaras8@gmail.com

 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας