Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Ο Τρομαγμένος

Ρωμανός Κοκκινάκης

 

Τον είχα συναντήσει στο ναυτικό. Ό, τι είχαμε μπει Κανελλόπουλο, πιο ψάρια δεν γίνεται, βράδυ, γύρω στις 11, και μας έβαλαν να απλώνουμε τις κουβέρτες μας σε μια ασφαλτωμένη αλέα. Έπρεπε να μετρήσουμε, λέει, αν έχουμε όλα τα αντικείμενα που οφείλουν να έχουν οι νεοσύλλεκτοι. Καπέλα, δύο στολές αγγαρείας, την επίσημη στολάρα, ζώνες και ούτω καθεξής. Όλοι δημιουργήσαμε έναν κύκλο κάτω από το θαμπό και κίτρινο φως ενός φανοστάτη. Ο μόνος έξω από αυτόν ήταν εκείνος. Εσύ δεν μας καταδέχεσαι;, ειρωνικό σχόλιο από τον υπεύθυνο, υπολόγους τους λέγανε. Εκείνος κάτι ψέλλισε, κανείς δεν το άκουσε και του έκανα λίγο χώρο να έλθει να κάτσει δίπλα μου. Με κοίταξε με ευγνωμοσύνη που με έφερε σε αμηχανία. Τα μάτια του φώναξαν κάτι μέσα στα δικά μου και ύστερα γύρισε απότομα το κεφάλι. Το δικαιολόγησα ως το πρώτο σοκ του στρατοπέδου. Σα να ψάχνει κάπου να ακουμπήσει. Σήκωσα τους ώμους αδιάφορα, σα να του έστειλα ότι θέλω να τελειώνω, δεν το κάνω για σένα, αλλά εκείνος κατάλαβε. Για εκείνον ήταν. Χαμογέλασε κι εγώ απόρησα.

Δεν είμαι μαλάκας, είδα αδυναμία και καθώς πηγαίναμε στους θαλάμους, του πρότεινα να μοιραστούμε το ίδιο κρεβάτι. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα να το σκεφθεί. Μέσα στο χρόνο αυτό πρόλαβα να του συστηθώ. Εκείνος είπε πρώτα το όνομά του, Γεράσιμος, και ύστερα συμφώνησε. Τον διαβεβαίωσα κάπου στις τρεις ή τέσσερις φορές ότι προτιμώ το κάτω κρεβάτι της κουκέτας, για να πάρει στο τέλος αυτό που ήθελε εξαρχής, το πάνω. Είχαμε τέτοια κρεβάτια στο σπίτι. Ο αδελφός μου πάντα κοιμόταν από κάτω. Δεν απάντησα, εγώ δεν είχα αδέλφια και στα 29 μου το λιγότερο που ήθελα ήταν να αποκτήσω ένα. Φαινόταν, όμως, συνεννοήσιμος, δηλαδή από τους τύπους που δεν θα χρειαστεί να τσακωθώ. Στο ναυτικό, δεν είναι και τόσο αυτονόητο. Υπάρχει μια κάποια ζωοποίηση των ανθρώπων. Κάπως έτσι, μοιράστηκα το κρεβάτι μου για δέκα μέρες με τον Γεράσιμο.

      Δεν τίθεται θέμα ότι το ναυτικό είναι ζάχαρη σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο σώμα. Αυτό δε σημαίνει, όμως, ότι και είκοσι μέρες προπαίδευσης σε μια ευρύχωρη φυλακή με καταναγκαστικά έργα και ώρες πρήξιμο για την πατρίδα και τη σημαία είναι κάτι ευχάριστο. Ο Γεράσιμος ήταν πρόθυμος. Σαν όλη αυτή η κατάσταση όχι μόνο να μην τον κατέβαλλε, αλλά να του έδινε και ενέργεια. Δεύτερη κιόλας μέρα μπήκε στις τουαλέτες. Λαμπίκο τις έκανε. Σχεδόν μόνος πολεμούσε με το λάστιχο, ενώ εμείς καλαμπουρίζαμε. Δεν άργησε να γίνει το καλό παιδί των υπολόγων. Ο πρώτος σε προτιμήσεις για κάθε δουλειά. Τα βράδια, τον έβλεπα να πηγαίνει πέρα δώθε με το κινητό στο χέρι. Δεν καλούσε κανένα, σα να περίμενε να τον πάρουν. Μετρούσε λεπτά με το ένα τσιγάρο πίσω απ το άλλο. Το κεφάλι του ήταν σκυφτό, καθώς πέφταμε στα κρεβάτια μας, και όταν ρωτούσες τι του συμβαίνει, φορούσε ένα χαμόγελο και έλεγε πως είναι μια χαρά. Τα μάτια του καφέ, με κόρες που φανέρωναν γυαλάδα στο φως. Λίγες φορές μπορούσες να τις διακρίνεις.

Απομονώθηκε γρήγορα από τις αγέλες των ναυτών. Η μοναξιά του δεν άργησε μάλιστα να γίνει το θέμα συζήτησης, αλλά και το ξεκίνημα κάθε πειράγματος. Στα πηγαδάκια που χωνόταν μουλωχτά δεν είχε τίποτα να πει και σχεδόν μηδέν διάθεση να κοντραριστεί. Μια φορά είπε κάτι για το Βερολίνο, όπου είχε ζήσει κάποια χρόνια, ότι τα ενοίκια στο πρώην ανατολικό είναι ακόμα εντάξει, ή κάτι τέτοιο. Πέσανε να τον φάνε. Έμαθα αργότερα ότι οι συγκεκριμένοι ναύτες δεν είχαν πάει ποτέ εκεί. Εκείνος συνέχιζε να κολλάει σε όποιον βρει. Μιλούσε και εμπιστευόταν πράγματα, αλλά σα να ήταν μια ανάγκη που περισσότερο τον έδιωχνε παρά τον έφερνε κοντά σου.

 Είχε το χάρισμα του αυτοσαρκασμού. Σε έκοβε, δηλαδή, τι ήθελες και σου έδινε άλλοτε περισσότερο σνομπισμό και άλλοτε αυτοσαρκασμό. Στο ναυτικό, η πλειοψηφία προτιμούσε το δεύτερο. Έτσι ήταν και όταν ήλθε να με βρει, τη βραδιά του ναύτη. Στο χώρο των εκδηλώσεων παρουσιάζονταν διάφορα νούμερα, κλεμμένα από εκείνα των βραδινών κέντρων σε Συγγρού και Πειραιώς. Δεν το άντεχα και είχα βγει έξω σ ένα παγκάκι πίνοντας μπίρα από ένα τενεκεδένιο κουτάκι. Πού τη βρήκες εσύ τη μπίρα;, μου έκανε πριν καν με χαιρετήσει. Μου την αγόρασε ένας παλιός από το Μπαλαούρο, το φαστφουντάδικο της βάσης, του είπα ευγενικά και η απάντηση βγήκε πριν την τελεία μου, μπορώ να πάω να πάρω κι εγώ, δηλαδή;. Τι να σου πω; Δε νομίζω ότι θα σου τη δώσουν έτσι. Θα πρέπει να είσαι παλιός, του τόνισα ξανά και άρχισα να σκέφτομαι ότι η επιθυμία του για αλκοόλ είναι πολύ μεγάλη. Πριν η σκέψη μου τελειώσει με κοιτάει χαμογελώντας και μου λέει, όχι πως είμαι αλκοολικός, αλλά μια παγωμένη μπυρίτσα τώρα θα ήταν ό, τι έπρεπε, σα να μην ήθελε αλκοόλ γενικά, ανατρίχιασα χωρίς να ξέρω το γιατί.

Το κρύο ήταν τσουχτερό, Νοέμβρης μήνας, και κούμπωσα τον επενδύτη μου. Κρυώνεις; Θα φταίει η μουσική, είναι υπερβολικά ψυχρή, μου πέταξε και κάθισε δίπλα μου. Δεν φαίνεται ψυχρή, όλα τα τραγούδια μιλάνε για έρωτα και αγάπη, κυρίως, όμως, για πόνο, με διέκοψε πριν τελειώσω. Εγώ επέμεινα στην κουβέντα, έστω, αλλά κι ο πόνος μέσα είναι. Ο πόνος σε απομακρύνει απ αυτά, δε σε φέρνει κοντά τους, είπε και χαμογέλασε, σα να με ανταγωνιζόταν. Τρομακτικό χαμόγελο και ίσως τρομαγμένο. Έτσι είναι, έχουν πόνο αυτά, του αντέτεινα, αλλά σα να μη με άκουσε. Άρχισε να μου μιλάει ακατάπαυστα για το πόσο η κουλτούρα αυτή θέλει να φοβίσει τους ανθρώπους, να τους κάνει να μη νιώθουν. Από εκεί οι συνειρμοί του έφθασαν στον καπιταλισμό. Ο λόγος του ένα χάος, εγώ τον έχασα κάπου ανάμεσα σε αναφορές για την Βίσση και την Βανδή.  Δεν τα λέμε αυτά, ειδικά στο ναυτικό. Δεν απορούσα πλέον, γιατί οι υπόλοιποι ναύτες τον έχουν πάρει στο ψιλό. Θυμήθηκε και ένα αστείο του Πανούση. Η άποψή μου συμφωνεί με τη δική του, μου έκανε κουνώντας έντονα τα χέρια του, αυτά τα κομμάτια επαναλαμβάνουν ασύστολα το ρεφραίν, οπότε του αλλουνού θέλει, δε θέλει, θα του κολλήσει. Είναι σύστημα Παβλώφ, εξού και σκυλάδικα. Χαμογέλασα και ύστερα καθίσαμε λίγο σιωπηλοί. Δεν πέρασε πολύ ώρα και σηκώθηκε ξαφνικά, θα πάω να πάρω καμιά μπίρα και θα σου ρθω, μου είπε. Δεν γύρισε, τον είδα ξανά το πρωί.

 


Ρωμανός Κοκκινάκης:

Γεννήθηκα το 1981 στην Αθήνα. Σπούδασα φιλοσοφία και κοινωνιολογία στο Ρέθυμνο και κατόπιν έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στο Birkbeck College του Λονδίνου στη φιλοσοφία της τέχνης με υποτροφία από το ίδρυμα Μιχελή. Βγάζω ευχάριστα το ψωμί μου κάνοντας επιμέλειες κειμένων και μεταφράσεις.

 

copyright 2009-2010, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας