Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Τα δάχτυλα

Ελένη Κοφτερού

 

Από μικρή πίστευε ότι  η όραση είναι η πιο σημαντική απ τις αισθήσεις. Μερικές φορές έκλεινε σφιχτά τα μάτια της για να διερευνήσει πώς νιώθουν οι τυφλοί,  τα έσφιγγε, για να τα ανοίξει  σχεδόν  αμέσως, με αποστροφή και φόβο. Όχι, όχι δε θα άντεχε ούτε λεπτό στο σκοτάδι, γι αυτό άλλωστε άφηνε ένα φωτάκι αναμμένο για να κοιμηθεί, ακόμη και τώρα που ήταν  ώριμη γυναίκα.

Ώσπου μια μέρα, αρχές Νοέμβρη ήτανε, με ασυνήθιστα καλό καιρό για αυτόν τον μήνα,  την ώρα που τηγάνιζε πατάτες, φονικά καυτό λάδι έπεσε στο δεξί της χέρι και της  έκαψε το μεσαίο, τον παράμεσο και το μικρό της δάχτυλο.

Τα δυο της χέρια, είχαν μακριά, νευρώδη δάχτυλα ενώ στο πάνω μέρος της παλάμης τους, ξεπρόβαλαν ανάγλυφα τρεις φλέβες. Τρεις φλέβες με τις διακλαδώσεις τους, στόλιζαν το κάθε χέρι, γαλαζωπά φουσκωτά φυλακισμένα ρυάκια αίματος, φυλαγμένα καλά κάτω από την απίστευτα διάφανη επιδερμίδα.

Τα σημεία που κάηκαν μετατράπηκαν αμέσως σε  λαμπερές  τσουρουφλισμένες κόκκινες φουσκίτσες, έτσι που η αντίθεση πλέον οξυνόταν και  το υπόλοιπο χέρι φαινόταν σα λευκό του περιστεριού.

Χωρίς ιδιαίτερο πανικό, έβαλε οδοντόκρεμα πάνω στα σημεία που της επιτέθηκε το λάδι και το απόγευμα πήγε στον γιατρό. Την καθησύχασε λέγοντας ότι  δεν είναι πολύ σοβαρό το έγκαυμα, αλλά πρέπει να φροντίσει τα καμένα σημεία  με μια κρέμα και για μια βδομάδα να τα προστατεύει μέσα  σε  αποστειρωμένες γάζες.

Κι έτσι βρέθηκε το δεξί της χέρι με τρία λευκά μαλακά βαρελάκια και μέσα τα  δάχτυλα της, πονεμένα και φυλακισμένα Στην αρχή δεν την πείραξε και πολύ αν και αγχώθηκε λίγο για όλες τις δουλειές που είχε να κάνει και  θα μένανε πίσω . Απ την άλλη όμως χαμογελούσε  με μια μικρή σπίθα ενοχής,  για το γεγονός ότι δεν θα έκανε τίποτε κι έτσι  μπορούσε ν αράξει στον καναπέ μ ένα βιβλίο.

Πήρε το Μαγικό βουνό, παλιό λογοτεχνικό της έρωτα  και με το αριστερό χέρι προσπάθησε να βρει το αγαπημένο της απόσπασμα στο τέλος του πρώτου τόμου.

Εκεί που ο Χανς Κάστορπ με αφορμή ένα μικρό μηχανικό μολυβάκι καταφέρνει να μιλήσει επιτέλους στη λατρεμένη και μοιραία Κλαούντια και λίγο αργότερα  πέφτει στα γόνατα για να της κάνει  την πιο όμορφη, την πιο αληθινή και συγκλονιστική ερωτική εξομολόγηση που είχε διαβάσει. Ομολογία ενός έρωτα μοναδικού,  γιατί ο Χανς δεν αγαπά μόνο την Κλαούντια που βλέπει, αλλά λατρεύει κυριολεκτικά και το μέσα της, δηλαδή τα σπλάχνα της και το πιο απίστευτο, την αρρώστια της! 

Ξεκίνησε να διαβάζει το απόσπασμα από το σημείο με το μολυβάκι αλλά καθώς δεν μπορούσε να κρατήσει το βιβλίο σταθερά, κάτι την ενοχλούσε και δεν μπορούσε να απολαύσει τις λέξεις, τα κόμματα, τις τελείες, τα αποσιωπητικά.

 Άρχισε να ατονεί η διάθεσή της για διάβασμα και σηκώθηκε να φτιάξει έναν καφέ. Και σ αυτή την ενέργειά της δυσκολεύτηκε  με το χέρι της μπαταρισμένο, αλλά κουτσά στραβά, τα κατάφερε. Ούτε κι ο καφές της άρεσε. Κάτι της χαλούσε τη διάθεση και το γεγονός ότι δεν μπορούσε να το εντοπίσει, να του δώσει  σχήμα και προπάντων αιτία, την ενοχλούσε ακόμη πιο πολύ.

Ήταν σα να  της μιλούσε κάτι από μέσα της, με φωνή ειρωνική και περιπαιχτική. Μηχανικά, χωρίς να το σκεφτεί προσπάθησε να αγκαλιάσει το ένα της χέρι με το άλλο και ν ακουμπήσει πάνω τους το πρόσωπό της, όπως συνήθιζε να κάνει όταν ήταν αγχωμένη, ή θλιμμένη.

Και τότε σα να λύθηκε ένας κόμπος πολύ βαθιά μέσα της που ούτε η ίδια ήξερε πότε είχε δεθεί, ούτε πού ακριβώς στα σωθικά της ήταν, όπως ένας υπόκωφος πόνος που στην αρχή δε θέλουμε να τον παραδεχτούμε και κάνουμε ότι δεν υπάρχει, γιατί δεν μας ενοχλεί πολύ, αλλά ξαφνικά μπορεί να γίνει τόσο δυνατός που μας διπλώνει στα δυο, συνειδητοποίησε ότι ήταν ανήσυχη και νευρική, σχεδόν δυστυχισμένη, επειδή δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει όλα της τα δάχτυλα. Κι όλα τα δεν μπορώ άρχισαν να παρατάσσονται σε γραμμή, σαν μικρός στρατός καταστολής  και όρμησαν  πάνω της.

Δε μπορούσε να τα σπάσει στις κλειδώσεις για ν ακούσει τον ήχο τους, κάτι που έκανε συχνά, ενώ όλοι της έλεγαν να μην το κάνει, γιατί θα οδηγηθεί σε αρθρίτιδα όταν γεράσει. Αυτή όμως επέμενε να το κάνει αφού  της άρεσε αυτή η μικρή μετακίνηση των κλειδώσεων και ο ήχος της, τα ένιωθε πιο ζωντανά τα δάχτυλά της μετά απ αυτό.

Και σα να μην έφτανε αυτό, ξαναγεννήθηκαν παλιές και νέες επιθυμίες που είχαν σχέση με  τα δάχτυλά της, σε υπερθετικό βαθμό για να κάνουν ακόμη χειρότερο το μικρό της μαρτύριο.

Θυμήθηκε τα σώματα που είχε χαϊδέψει με τα δάχτυλά της και αυτομάτως θάμπωσαν τα μάτια της από δάκρυα που  δεν τ άφησε να φύγουν πέρα απ τα ματόκλαδα, γιατί δεν θυμόταν τίποτε  άλλο απ αυτά  τα σώματα, παρά μόνο τα δάχτυλά της επάνω τους.

Πέπλα νόστου άρχισαν να την τυλίγουν με τα πρωταρχικά τους νήματα  υφασμένα πολύ παλιά,  όταν παιδί ακόμη  έκανε προσθέσεις  με τα δάχτυλα ή έβρισκε ποιοί  μήνες έχουν τριάντα μια μέρες,  από τους κόμπους της παλάμης.

Ανατρίχιασε όταν ανακάλεσε την αίσθηση να  βουτάει κρυφά  τα δαχτυλάκια της στο ωμό κέικ που έφτιαχνε η μαμά της σε μια λεκανίτσα,  ή  σ ένα τσουβάλι ρύζι όταν ακόμη υπήρχε ένα μπακάλικο στη γειτονιά της και το πιο όμορφο, να ζουλάει τα κεράσια για να βγάλει τα κουκούτσια και τα δάχτυλά της να βάφονται βυσιννοκόκκινα.

 Θυμήθηκε πως της άρεσε να τα βουτά στη λεκάνη με το νερό και να τα σέρνει κυκλικά σαν χάρτινα καραβάκια γι αρκετή ώρα πριν βάλει απορρυπαντικό για το πλύσιμο, στις πρώτες απόπειρες να πλύνει τα ρούχα απ τις κούκλες της.

Κι αργότερα στο σχολείο της, υπήρχε μια μάντρα με τραχιά επιφάνεια κι εκείνη  δεν παρέλειπε να σέρνει  τα χεράκια της πάνω της  κάθε μέρα, κρυφά βέβαια από τ άλλα παιδιά, για να νιώσει στα δάχτυλα της την επαφή με τους πέτρινους κόμπους που μένα τραχύ χάδι,  χάιδευαν τις τρυφερές ροζ απολήξεις.

Να βάζει τα χέρια της στις τσέπες βαθιά όταν ένιωθε αμηχανία και να τρίβει τα δάχτυλα μεταξύ τους

Η κακή της διάθεση συνεχιζόταν και εξελισσόταν σε θλίψη.

Της φαινόταν  άχρηστο και περιττό το υπόλοιπο σώμα της και εκείνη τη στιγμή είχε απόλυτη ανάγκη αυτά τα δέκα δάχτυλα.

Ήθελε απεγνωσμένα να ξανασφίξει τα κλειδιά της σ αυτά τα δάχτυλα πριν  ανοίξει την πόρτα του σπιτιού της, αναποφάσιστη για κάποια δευτερόλεπτα, με μια τρελά δυνατή  επιθυμία, που χανόταν πριν προλάβει ν ανασάνει,  να τα πετάξει και να εξαφανιστεί όπως η μητέρα του ποιητή στις Ώρες, μια απ τις αγαπημένες της ταινίες.

Ένοιωθε την ανάγκη να σφίξει το κινητό στο αριστερό της χέρι και με τα δάχτυλα του καμένου  χεριού της να γράψει ένα μήνυμα ερωτικό.

Να κλείσει στα δάχτυλά της το λατρεμένο πρόσωπο του παιδιού της ή να χαϊδέψει φευγαλέα μια φίλη της βγάζοντας με τα δάχτυλά της το επιπλέον ρουζ.

Πέθαινε να μπορέσει να πλέξει τα δάχτυλά της μέσα σε άλλα δάχτυλα.

Να ψηλαφίσει το στήθος της, γιατί πολλά είχε ακούσει τελευταία, ή να ακουμπήσει τα δάχτυλα στο στέρνο της όπως κοιμόταν μπρούμυτα για να έχει την ψευδαίσθηση ότι κάποιος την αγκαλιάζει.

Πονούσε σχεδόν σωματικά που δε μπορούσε  να πληκτρολογήσει ένα μέιλ στον υπολογιστή. Άρχισε να τη λούζει κρύος ιδρώτας κι ένιωθε τόσο ηλίθια, που δε  μπορούσε να σκεφτεί λογικά.. Ένα μικρό κάψιμο είναι θα περάσει σκεφτόταν , αλλά η αυτοκυριαρχία της είχε χαθεί.
Όταν η κραυγή από μέσα της άρχισε πολύ γρήγορα να σπάει τα χτισμένα  από πολύ στέρεα αταβιστικά υλικά φράγματα που την κρατούσαν παγιδευμένη  και την ένοιωσε ν ανεβαίνει από τα πνευμόνια της στον λάρυγγα και με ιλιγγιώδη ταχύτητα να κατευθύνεται στις φωνητικές της χορδές, έφερε απότομα τα χέρια της στο στόμα, ξεχνώντας τα καμένα της δάχτυλα.

Η πίεση που άσκησε στα χείλη της  ήταν μεγάλη και μόνο ο έντονος πόνος όταν μετακινήθηκε λίγο η γάζα, την επανέφεραν στην πραγματικότητα


Ελένη Κοφτερού:

Γεννήθηκα  στην Αριδαία Πέλλας την τελευταία μέρα του καλοκαιριού του 1965.

Μεγάλωσα και σπούδασα στη Θεσσαλονίκη.

Είμαι γεωπόνος και εργάζομαι σε Δήμο.

Η πρώτη μου επαφή με τη λογοτεχνία έγινε σε πολύ μικρή ηλικία όταν αναζητούσα τρόπους για να καταπολεμήσω τη θλίψη και την ανία της εφηβείας.

Ο έρωτας για το διάβασμα κρατάει ακόμη.

Ξεκίνησα να γράφω για τους ίδιους λόγους. Τώρα βέβαια η ανία έχει γίνει νοσταλγία.

Κανένα κείμενό  μου  δεν έχει δημοσιευτεί εκτός από τον τοίχο της σελίδας μου στο φέισμπουκ..

 
copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας