Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Κάτια

Ελένη Κοφτερού

 

Γύριζε από την καθημερινή βόλτα της στην πλατεία της επαρχιακής πόλης που ζούσε πλέον. Ο γιατρός της είχε πει ότι έπρεπε να περπατά τουλάχιστον δυο χιλιόμετρα τη μέρα τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης για να κατέβει το μωρό.

Αυτό το καταναγκαστικό περπάτημα την εκνεύριζε, γιατί ενώ αγαπούσε το βάδισμα, την ενοχλούσε το πρέπει. Έτσι  μια βόλτα που παλιά ήταν ανάλαφρη και αναζωογονητική, τώρα γινόταν αγγαρεία. Ήταν και η δυσφορία της εγκυμοσύνης, το βάρος εκείνο, ανακατεμένο με την προσμονή, που έκανε την ψυχολογία της πολύ εύθραυστη. Σκεφτόταν αυτά που άφησε πίσω της με νοσταλγικό πόνο ο οποίος πολύ γρήγορα μετατρεπόταν σε ανακούφιση για  τα προβλήματα που τα απομάκρυνε τώρα η απόσταση για την απουσία της  καθημερινής τριβής  με τους δικούς της  που τους λάτρευε, αλλά ώρες ώρες δεν τους άντεχε.
Στη ζυγαριά του μυαλού της δεν ήταν σταθεροί οι δείκτες, ούτε τα αποτελέσματα. Δεν ήξερε αν είχε πάρει τη σωστή απόφαση  και γνώριζε καλά ότι αυτό ποτέ δεν το μαθαίνει  κανείς. Όπως ο ήρωας του Κούντερα στην Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι  κάθεται στη βεράντα και διχάζεται αν θα μείνει με την νέα του αγάπη ή αν θα τη διώξει, συνειδητοποιώντας  για άλλη μια φορά ότι ποτέ δεν ξέρουμε σίγουρα αν πήραμε τη σωστή απόφαση, γιατί δε ζούμε δυο φορές για να το τσεκάρουμε, ούτε υπάρχει γενική πρόβα πριν απ την πρεμιέρα, έτσι κι αυτή δεν ήξερε αν παίζει καλά στην παράσταση της ζωής της.

 Δεν  ήταν απ τους ανθρώπους που έλεγε ποτέ δεν μετανιώνω γι αυτά που έκανα ή δεν έκανα, τα θεωρούσε όλα αυτά τόσο κλισέ, τόσο ιλουστρασιόν φτηνές φιλοσοφίες, κρεμασμένες στις βιτρίνες της καθημερινότητας κι  αυτό την έκανε ακόμη πιο μελαγχολική.

Την γλύκανε όμως σαν καραμελένιο πρωινό άρωμα, η  σκέψη του πλάσματος που ήταν μέσα της. Η σκέψη του μωρού -που χωρίς να το ξέρει, το καημένο προορισμός και καθήκον του ήταν να γίνει το αστέρι της ζωής της, η  φωτεινή πηγή για να ξεθαμπώσει αυτά που την πονούσαν και τη βασάνιζαν - την ηρεμούσε κάπως. Είχε αποφασίσει ποτέ να μη του το δείξει αυτό, ποτέ να μη το παραδεχτεί, ντρεπόταν που το ένιωθε, αλλά το συναίσθημα ήταν εκεί, εγκατεστημένο και ούτε η ντροπή, ούτε το λάθος που κουβαλούσε αυτό το συναίσθημα, του έκαναν έξωση.

Προσπάθησε να τα διώξει όλα αυτά από το μυαλό της και να χαμογελάσει, να βάλει τη μάσκα του χαμόγελου, την πιο εύκολη και εύχρηστη την  πιο πολυχρησιμοποιημένη. Μ αρέσει το χαμόγελό σου της έλεγαν, μ αρέσει που είσαι χαμογελαστός άνθρωπος, μ αρέσει που δε βγάζεις μουντρουχίαση.

Όλα αυτά έκαναν ακόμη πιο εύκολη τη λύση του χαμόγελου, σε σημείο που πλέον δεν ήξερε ούτε αυτή σίγουρα πότε ήταν μάσκα και πότε αληθινό χαμόγελο.

Με χαμόγελο λοιπόν και με αντίδοτο της θλίψης τη γλύκα του μωρού, προχώρησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας.

Καθώς ήταν σκεφτική και με το κεφάλι ελαφρά σκυμμένο, να κοιτά αφηρημένα τα χαλίκια που είχαν μαζευτεί στο πεζοδρόμιο, δεν πρόσεξε τον σπιτονοικοκύρη της που έβγαινε εκείνη την ώρα.. Καλησπέρα, τι κάνετε;

Πως πάει η εγκυμοσύνη;, Το είδατε το μωρό; Κλωτσάει;

 την βομβάρδισε με τις κοινότυπες εκείνες ερωτήσεις που κάνουν στις έγκυες γυναίκες, σχεδόν όλοι, για να καλύψουν το κενό της επικοινωνίας, τη μύχια αποστροφή για τη φουσκωμένη κοιλιά, ή την υπόγεια ζήλεια για τη ζωή που δεν έχει έρθει ακόμη, κι έχει όλο το χρόνο μπροστά της.

Απάντησε αμέσως στις ριπές όλων των ερωτήσεων, όχι γιατί το ήθελε, αλλά για να τον ξεφορτωθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται, για να βρεθεί στο κρεβάτι της μόνη, να αδειάσει το μυαλό της και μόνο την αίσθηση από το βαμβάκι της πιζάμας της να νιώθει και την απαλότητα της κουβέρτας να αισθάνεται πάνω της. Όλα τα ήθελε απαλά όπως στις διαφημίσεις των μαλακτικών γιατί την φόβιζε η τραχύτητα σε επιφάνειες και συμπεριφορές.

Έλα όμως που το ξεφόρτωμα του σπιτονοικοκύρη, δεν ήταν και τόσο εύκολο.

Αχ Ελένη να σε ρωτήσω κάτι; της είπε. Ξέρεις κάποια Αικατερίνη Κρυπτού;

 Όχι, όχι δεν ξέρω κανένα τέτοιο όνομα.. Αν και το επίθετό μου είναι σπάνιο δεν νομίζω να είναι συγγενής μας. Γιατί ρωτάτε όμως; απόρησε.

 Άκουσα στις ειδήσεις ότι τη σκότωσε ο εγγονός της για να της πάρει τη σύνταξη για τη δόση του. Τι περιμένεις; Διαλυμένες οικογένειες!!

Μαζί με το διαλυμένες διαλύθηκε και η υπομονή και η ανοχή της.

Γιατί καθόταν και τον άκουγε τον μαλάκα;

Με συγχωρείτε πρέπει να πάω να ξαπλώσω εκμεταλλεύτηκε την ιδιότητα της εγκύου. Ποτέ δεν είχε καταλάβει γιατί υπάρχει αυτή η εύνοια για τις έγκυες, εγκατεστημένη αρχετυπικά στη συμπεριφορά ακόμη και των πιο κακόβουλων ανθρώπων. Ήξερε καλά ότι αυτοί οι ίδιοι αλλά κι άλλοι, πιο καλοσυνάτοι άνθρωποι έχουν έναν ακατανόητο ρατσισμό  για τους ανθρώπους που δεν έχουν παιδιά κι αυτό της έφερνε αηδία.

Τον ξεφορτώθηκε και ανέβηκε με αμφίθυμη διάθεση στο σπίτι. Εκανε ένα ντουζ και βιαζόταν να ξαπλώσει, στο μυαλό της στριφογύριζε σαν ενοχλητικό έντομο η δυσάρεστη είδηση που της μετέφερε ο αχώνευτος σπιτονοικοκύρης.

Την ενοχλούσε ο αυχένας της, δεν έβρισκε τη σωστή στάση στο κρεβάτι, ώστε να μην πιέζεται η κοιλιά της που μόνο σαν απαλό σάκο που κουβαλάει ένα πλασματάκι μέσα μπορούσε πλέον να τη δει και φοβόταν ώρες ώρες μήπως σκιστεί κατά λάθος ο σάκος, όπως ανησυχούμε για τους σάκους στα αεροδρόμια ή στα λεωφορεία.

Πάλι το αίσθημα της μοναξιάς, του μπλοκαρίσματος της ελευθερίας και του πυκνού σύννεφου της ευθύνης έπεσαν πάνω της σαν χάρτινα αεροπλανάκια που πετάνε τα παιδιά στην πλάτη του δασκάλου..

Σκέψου συννεφάκια, λαγουδάκια, προβατάκια, έλεγε μέσα της αλλά όλα αυτά  περνούσαν κινηματογραφικά μπροστά της με την ταχύτητα μιας διαφήμισης και η εικόνα ενός παιδιού που μαχαιρώνει τη γιαγιά του της δηλητηρίαζε το τμήμα του εγκεφάλου που προσπαθούσε να ηρεμήσει. Κι εκείνη η σύμπτωση με το επίθετο; Μα πως είναι δυνατόν; Να συμβεί κάτι τραγικό και το θύμα να έχει το ίδιο επίθετο μ αυτήν. Προσπάθησε να σκεφτεί άλλο παιχνίδι για να ηρεμήσει, να  σκεφτεί τους συγγενείς της μαυτό το επίθετο, ποιους συμπαθούσε ποιους αγαπούσε, ποιοι της ήταν αδιάφοροι και ποιους σιχαινόταν.

Σκέφτηκε την θεία της τη Σοφία μια αντρογυναίκα που φώναζε συνεχώς με φωνή- γάβγισμα η οποία έκανε προσπάθειες να γίνει κακιά μάγισσα αλλά  ποτέ δεν τα κατάφερνε, την πρόδιδε πάντα το χαμόγελο που κρυβόταν κάτω από τα χοντρά μάγουλα και το ελαφρύ μουστάκι της, κι έτσι μετατρεπόταν πολύ γρήγορα, από θύτης σε θύμα όλων των παιδιών της γειτονιάς και την αγαπούσε πολύ.

Δεύτερη στον κατάλογο έβαλε τη μονίμως θλιμμένη και παραπονεμένη φάτσα της θείας της Ευτέρπης. Μιζέρια την αποκαλούσε κρυφά και ουσιαστικά δεν τη λυπόταν γιατί δεν έκανε τίποτε για ν αλλάξει τη ζωή της, αλλά παθητικά σαν κατοικίδιο που δεν αντιδρά, υπακούει τον αφέντη της, και πολλές φορές τον αγαπάει, υπέμενε σπρώχνοντας τις μέρες της ζωής της. Στους αδιάφορους μάλλον την είχε κατατάξει.

Μετά έφερε στο νου της  τη λατρεμένη Μαρία τη συνονόματή της που ήταν κάτι σαν είδωλο για αυτήν. Ξεδιάντροπα ελεύθερη, απίστευτα όμορφη και αναπάντεχα καλοσυνάτη, προκαλούσε τη ζήλια όλου του σογιού και βάλλονταν από παντού. Το καλύτερο ήταν ότι δεν της καιγότανε καρφί για το τι έλεγε το σόι κι αυτό έκανε την ηρωίδα μας να την έχει πρώτη στη λίστα αγάπης των συγγενών που δεν τους διαλέγεις, αλλά τους κληρονομείς.

Συνειρμικά τότε, άναψε ένα φωτάκι στο σκοτεινό χολ της μνήμης σαν αυτά που αφήνουμε αναμμένα το βράδυ για να μη φοβόμαστε και εμφανίστηκε η εικόνα, μάλλον όχι ακριβώς εικόνα αλλά η υποψία εικόνας, κάτι σαν ασπρόμαυρο περίγραμμα, αλλά με αχνά παλ χρώματα γεμισμένο, μιας γυναίκας αρκετά ισχνής και κοντής  που έσερνε το πόδι της, αλλά είχε ένα συναρπαστικά εκφραστικό πρόσωπο. Το  φως άνοιξε σαν να ήταν με ρυθμιζόμενο διακόπτη και φάνηκαν καθαρά, τα γλυκά μάτια με τις ρυτίδες και τις ελαφρά μελανί σακουλίτσες, η ίσια αρχαιοελληνική μύτη και το χαμόγελο αναγεννησιακό, όμορφο γεμάτο πραότητα, αλλά και ωριμότητα, απ αυτά που δεν βγαίνουν από αγγαρεία, ούτε είναι μονίμως ζωγραφισμένα στα πρόσωπα-μάσκες, αλλά σχηματίζονται με τη μπογιά  της καλοσύνης, της αγάπης και ίσως του συμβιβασμού. Δεν την ήξερε αυτήν τη θεία όταν ήταν παιδί, στα δεκαοχτώ την πρωτοσυνάντησε.
Της έφερε ένα γλυκό ρίγος η ανάμνηση αυτής της γυναίκας. Την πρώτη φορά που την είδε ήταν στο πατρικό της και θυμάται ακόμη και τι καιρό είχε, τι φορούσε, πόσο πολύ τη συμπάθησε από την αρχή. Είχε έρθει επίσκεψη με το γιο της, τη νύφη της κι ένα αγγελούδι- ένα παιδάκι έργο τέχνης  που μόνο τα φτερά του έλειπαν αλλά αυτή η έλλειψη δεν το απέκλειε από τον κόσμο των αγγέλων. Ήταν σαν εκείνα τα υπέροχα παιδικά χερουβείμ πασπαλισμένα με χρυσόσκονη που βάζαμε μικρά στο Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Ένα κατάξανθο πανέμορφο ζωηρούτσικο  αγοράκι.

Κάθισαν όλοι χαρούμενοι και η θεια, τους χάρισε από μια μπάμπουσκα. Όσο κράτησε η ιεροτελεστία της επίπλαστης έκπληξης, αφού και αυτή και οι αδερφές της ήξεραν ότι αν ανοίξουν τη μια χοντρούλα ξύλινη κόκκινη κούκλα θα εμφανιζόταν μια ίδια  μικρότερη, σε κάθε ξεβίδωμα της κουκλίτσας και άνοιγμα άφηναν να τους ξεφύγει ένα επιφώνημα έκπληξης, αληθινής χαράς ωστόσο  γιατί έτσι τους είχε μάθει η μάννα τους να χαίρονται πάντα με τα δώρα είτε τους άρεσαν είτε όχι.. Oι μπάμπουσκες, τους άρεσαν πραγματικά..

Κι έτσι έμεινε κολλημένη σ αυτή τη γλυκιά θύμηση όπως κολλάει το μέλι στο κουταλάκι,  ακόμη κι αν το γλείψεις έχει λουστεί με το γλυκό επίστρωμα. Θυμήθηκε ότι κάθισαν πολύ ώρα εκείνο το βράδυ, ότι φάγανε όλοι μαζί και μάλιστα ήπιαν και τα κορίτσια λίγο κρασάκι και ο μπαμπάς της ήταν χαμογελαστός και αληθινά ευτυχισμένος.

Θυμήθηκε τη γλυκύτητα και την ηρεμία της, ότι δεν γκρίνιαξε ούτε μια στιγμή. Όταν ο μπαμπάς της είπε ότι τους φέρθηκαν σκληρά , ότι δεν τους κάλυψε το κόμμα, ότι οι αγώνες τους δεν δικαιώθηκαν ακόμη και τώρα που έχουμε σοσιαλιστική κυβέρνηση, αυτή τον επέπληξε τρυφερά και του είπε ότι δεν αγωνίστηκαν για ανταλλάγματα αλλά μόνο για την ελευθερία. Η ηρωίδα μας θαύμασε το πόσο καθαρό ήταν το κρύσταλλο του λόγου της και τη γνησιότητα των πιστεύω της. Περιέγραφε τη ζωή της στην Τασκένδη, πώς γνώρισε τον άντρα της, πόσο μεγάλη σημασία για τη ζωή των ανθρώπων εκεί είχε η Τέχνη, σ όλες τις εκφράσεις της, κι αυτή ένιωσε  τύψεις που είχε σκεφτεί νωρίτερα να την κάνει για κανένα καφέ με το αγόρι της. Την άκουγε μαγεμένη και δεν ήταν μόνο το ενδιαφέρον γι αυτά που έλεγε, η ένταση γι αυτά που περιέγραφε, ούτε ακριβώς η γαλήνη που σαν ασημένιο αεροπλανάκι πλανιόταν στον αέρα. Ήταν και κάτι άλλο που προσπαθούσε να εντοπίσει, να το μορφοποιήσει που είχε αγγίξει την ακοή της, το μυαλό και την καρδιά της. Μετά από κάποια ώρα παρατήρησης και έλξης στην αύρα αυτής της γυναίκας κατέληξε ότι αυτό που την έκανε ξεχωριστή ήταν η γοητεία που διέθεταν μόνο οι άνθρωποι που δεν φοβούνται, που η αγάπη τους για τη ζωή, την ελεύθερη ζωή διώχνει αυτόν το φόβο, όπως ο καθαρός αέρας διώχνει τη μυρωδιά  μούχλας και δεν συναντούσε καθόλου συχνά τέτοιους ανθρώπους

Ένιωθε τόσο όμορφα να θυμάται αυτή τη γυναίκα, ηρέμησε και δε σκεφτόταν πια το μωρό της παρά μόνο με γλυκές, προσεκτικά επιλεγμένες όμορφες σκέψεις όπως βλέπουμε τις καλύτερες σκηνές από το τρέιλερ μιας ταινίας, ενισχυμένες βέβαια από κάτι σπρωξιματάκια  και κάτι μικρές κλωτσίτσες.

Σε λίγα λεπτά όμως σαν κάτι άλλο να την ενόχλησε, ένα σφίξιμο στο στομάχι, μια υποψία σκοτεινιάς και ζόφου. Κάποιες άλλες αναμνήσεις που κουβαλούσαν αυτή τη δυσάρεστη και στυφή γεύση, σα χαλασμένο φρούτο που δε φαίνεται απ την αρχή, αλλά στη δεύτερη δαγκωνιά το φρούτο σε σοκάρει με την σαπισμένη γεύση και μυρωδιά και  μερικές φορές -κι εδώ είναι το παράδοξο- συνεχίζεις να το τρως. Κάποιες κουβέντες της μαμάς της με το μπαμπά της του τύπου δεν τους άξιζε αυτό ή είναι δύσκολο να βρει δουλειά εδώ ο γιός της,  πού να δουλέψει σαν βιολοντσελίστας, οικοδομή κατέληξε και η ρωσίδα καθαρίζει σπίτια, αυτό τους δίνει η Ελλάδα σαν αντάλλαγμα για τους αγώνες τους; Ευτυχώς η ξαδέρφη σου έχει τη σύνταξη της Εθνικής Αντίστασης κι επιβιώνει. Ευτυχώς αυτή κρατάει  το εγγονάκι της.

Και μετά, άλλες αναμνήσεις δύσκολες και πικρές, την εγκατάλειψη της Ρωσίδας που το έσκασε μ έναν έμπορο από την Καβάλα. Μα καλά πώς αντέχει να μη βλέπει το παιδί της; τόσο αναίσθητη είναι; και ένα πρωί όταν πήγε να πάρει το τρένο για τη Νάουσα είδε το γιο της τον βιολοντσελίστα να κοιμάται σ ένα παγκάκι στο Σταθμό των τρένων. Έφυγε αμέσως, φοβήθηκε μήπως ξυπνήσει και την αναγνωρίσει ή μήπως καταλάβει κάτι η συνάδελφος της. Ντράπηκε που ήταν συγγενής της και αμέσως μετά ντράπηκε εξαιτίας αυτής της ντροπής.

Θυμήθηκε τον μπαμπά της που προσπαθούσε να του βρει δουλειά και του έδινε και δανεικά κάποιες φορές. Η  θεια δεν ξαναφάνηκε απ το σπίτι τους αλλά ο μπαμπάς της πήγαινε συχνά να την επισκεφτεί και πάντα γυρνούσε με θλιμμένο βλέμμα ανάμικτο με θαυμασμό κι αγάπη γι αυτή τη γυναίκα.

Κι ενώ σκεφτόταν όλα αυτά, την είχαν σχεδόν κατακλύσει, με αποτέλεσμα να μην έχει αλλάξει πλευρό εδώ και αρκετή ώρα, αυτή που δεν μπορούσε ειδικά με το φουσκωτό μπαλόνι στη θέση της κοιλιάς της να σταθεί ακίνητη πάνω από πέντε λεπτά, κάτι άλλο σαν επίμονο κουδούνισμα τηλεφώνου μέσα στη νύχτα ή σαν ξαφνική  δυσάρεστη θύμηση κάποιου παλιού εφιάλτη ή πεταμένης στη λήθη ενοχής άστραψε, δεν ξέρουμε αν ταιριάζει αυτή η λέξη, ή ίσως αναδύθηκε ή ακόμη και ξεθάφτηκε στο μυαλό της.

Σαν ξαφνικό χαστούκι, σαν υστερικό γέλιο, σαν το αχ του ξαφνικού φόβου όταν το αυτοκίνητο έρχεται πάνω μας ενώ περνάμε με πράσινο, χτύπησε στα τοιχώματα του εγκεφάλου της και των ακουστικών της πόρων το όνομα ΚΑΤΙΑ. Γρήγορα κύλησε στη γλώσσα της, το λαρυγγικό κ κόλλησε αμέσως με το α και το οδοντικό ταυ ενώθηκε σε υποδιαιρέσεις του δευτερολέπτου με το ια και μετασχηματίστηκαν σε κραυγή  σκληρή  και δυνατή ..ΚΑΤΙΑ!! ΚΑΤΙΑ !! φώναξε.. Ω θεέ μου αυτή είναι ..το ΚΑΤΙΑ  ήταν το όνομά της στα ρώσικα.. το Αικατερίνη που έγινε Κάτια.. θεέ μου αυτή είναι αυτή!! αυτήν σκότωσε ο εγγονός της για τη δόση του.. το αγγελούδι, το έργο τέχνης έγινε δολοφόνος.. πώς έγινε αυτό; Γιατί; Αυτή τον λάτρευε κι αυτός τη λάτρευε δεν είχε άλλη μάννα!! Έκλαιγε και φώναζε μπερδεύοντας λυγμούς με αγανάκτηση, λύπη με απορία, πόνο με φόβο..

Της πήρε αρκετές μέρες να ηρεμήσει αφού επιβεβαίωσε τις υποψίες της μετά από τηλεφώνημα σους γονείς της.

Η υπόλοιπη εγκυμοσύνη της κύλησε σχετικά ομαλά, αλλά χρειάστηκε να παίρνει κάποια χαπάκια καθώς μετά την είδηση για τη θεία Κάτια άρχισε να έχει συσπάσεις στη μήτρα.

Όταν γεννήθηκε το μωρό της όλοι της έλεγαν ότι είναι αγγελούδι και έργο τέχνης κι αυτή πίσω απ το χαμόγελο προσπαθούσε να εξαφανίσει από τα μάτια της και το μυαλό της μια ελαφρά ωστόσο αξιοπρόσεκτη ομοιότητα με τον εγγονό της Κάτιας.  

 


Ελένη Κοφτερού:

Γεννήθηκα  στην Αριδαία Πέλλας την τελευταία μέρα του καλοκαιριού του 1965.

Μεγάλωσα και σπούδασα στη Θεσσαλονίκη.

Είμαι γεωπόνος και εργάζομαι σε Δήμο.

Η πρώτη μου επαφή με τη λογοτεχνία έγινε σε πολύ μικρή ηλικία όταν αναζητούσα τρόπους για να καταπολεμήσω τη θλίψη και την ανία της εφηβείας.

Ο έρωτας για το διάβασμα κρατάει ακόμη.

Ξεκίνησα να γράφω για τους ίδιους λόγους. Τώρα βέβαια η ανία έχει γίνει νοσταλγία.

Κανένα κείμενό  μου  δεν έχει δημοσιευτεί εκτός από τον τοίχο της σελίδας μου στο φέισμπουκ..

 
copyright 2009-2010, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας