Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Το Δάσος

Χαριτίνη Καρρά

 

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα ψηλό, φωτεινό σπίτι στο δάσος, ζούσε μία πεντάμορφη κοπέλα με μακριά ξανθά μαλλιά, η Ναυσικά. Όλοι όσοι κατοικούσαν στο δάσος είχαν να λένε γι αυτήν, γιατί εκτός από την ομορφιά της, που ήταν ομολογουμένως εκτυφλωτική, είχαν να θαυμάζουν την εξυπνάδα, την καλοσύνη και τις απαράμιλλες ικανότητές της. Μόλις έβγαινε από το σπίτι για την καθιερωμένη βόλτα της στο ξέφωτο, θαρρείς και τα πάντα γύρω της ζωντάνευαν. Τα δέντρα γίνονταν πιο ψηλά, πιο πράσινα και παραμέριζαν τα κλαδιά τους για να περάσει, ο ήλιος έβαζε το καλύτερο χαμόγελό του για να την υποδεχτεί, τα λουλούδια ψήλωναν τους μίσχους τους για να τη θαυμάσουν, και το χώμα γινόταν πιο αφράτο για να πατήσει. Μιλούσε στον καθένα στο δάσος με απίστευτη γλυκύτητα και τρυφερότητα, ακόμα και στους πιο φτωχούς ή στους πιο ασθενείς -  μάλιστα ίσως μιλούσε σε αυτούς λίγο περισσότερο από τους άλλους με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί μία ολόκληρη στρατιά φτωχών και ασθενών που ήταν έτοιμοι να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους για εκείνη, σε περίπτωση που το χρειαζόταν. Η Ναυσικά ήταν δίχως άλλο η πιο αξιαγάπητη κοπέλα στο δάσος.

Τα χρόνια περνούσαν κι η ομορφιά και η ζωντάνια της δεν έλεγαν να στερέψουν. Μάλιστα λεγόταν ότι μετά το θάνατο του πατέρα της, όταν ήταν μικρή, τα ξανθά μαλλιά της για λίγο άσπρισαν, αλλά με τη βοήθεια της μητέρας της, που γνώριζε από μαγικά φίλτρα για το πένθος, το ξανθό χρώμα επανήλθε και το κορίτσι ξαναβρήκε το χαμόγελό του. Θα πρέπει να ήταν σε ηλικία να παντρευτεί, όταν, ξαφνικά, μία σκοτεινή ανταριασμένη μέρα με νοτιά, πληροφορήθηκε από τον αγαπημένο φίλο και γιατρό της οικογένειας ότι η μητέρα της επρόκειτο να πεθάνει. Η Ναυσικά αντέδρασε στα θλιβερά νέα με τρομερό θυμό και ορκίστηκε ότι αυτό δεν θα το επέτρεπε να συμβεί. Για λίγο καιρό μετά το δάσος την έχασε. Τα δέντρα έσκυβαν να ακούσουν τους περαστικούς να μιλούν μήπως και μάθουν νέα της, τα λουλούδια γύρω από το σπίτι της σταμάτησαν για λίγο να ανθίζουν περιμένοντάς την, και μόνο ο παντογνώστης ήλιος έστελνε τις ακτίνες του να τη φωτίζουν στα ατέρμονα ταξίδια που έκανε, προσπαθώντας να σώσει τη ζωή της μητέρας της. Δυστυχώς η Ναυσικά δεν κατάφερε να επιβληθεί στη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων κι η μητέρα της πέθανε ένα πρωινό του Σεπτέμβρη, καθώς τα πρώτα φύλλα του φθινοπώρου είχαν αρχίσει να μαζεύονται στο μεγάλο φωτεινό παράθυρο της κρεβατοκάμαράς της.

Από τότε σαν κάτι να άλλαξε στη συμπεριφορά της Ναυσικάς. Πήγε κι έκοψε τα πανέμορφα ξανθά μαλλιά της κοντά και τα έβαψε κόκκινα. Ανακαίνισε όλο το σπίτι με έπιπλα που έφερε από κάτι μακρινές περιοχές χωρίς δέντρα, άρχισε να βγαίνει πολύ πιο συχνά βόλτες στο δάσος και να μιλάει συνεχώς με όσο πιο πολλούς περαστικούς μπορούσε και αποφάσισε να αρχίσει να βοηθάει τους φτωχούς και τους ασθενείς πιο συστηματικά.

Ανάμεσά τους μια καλοκαιρινή μέρα του Αυγούστου γνώρισε και τη Ρόη, ένα κοντό χοντρό κορίτσι, με κάτι τεράστιους ώμους, πλατιά κοκάλινα γυαλιά και ξαναμμένα μάγουλα. Η Ρόη είχε μάθει για το καλό που έκανε η Ναυσικά στους φτωχούς και ασθενείς και είχε αποφασίσει να πάει να της μιλήσει για το πρόβλημά της. Το πρόβλημα της Ρόης ήταν ότι ήθελε να σουλουπώσει το σώμα της και να γίνει πιο ελκυστική στα αγόρια της ηλικίας της. Αυτό όμως της ήταν πολύ δύσκολο καθώς πάνω στους ώμους της ήταν αναγκασμένη, ποιος ξέρει γιατί, να κουβαλάει και τους δύο γονείς της που είχαν στρογγυλοκάτσει εκεί και δεν έλεγαν να κουνηθούν να φύγουν. Για να αντέχει το βάρος τους δε, έτρωγε ολοένα και περισσότερο, με αποτέλεσμα, όσο πιο χοντρή γινόταν, τόσο λιγότερο να την προσέχουν τα αγόρια, και τόσο περισσότερο να αράζουν οι γονείς της ήσυχοι ότι δεν πρόκειται να καταρρεύσει ποτέ.

Από την ώρα που η Ναυσικά γνώρισε τη Ρόη, αισθάνθηκε ότι επρόκειτο για ένα πλάσμα ξεχωριστό. Μέσα από τα χοντρά κοκάλινα γυαλιά, υπήρχαν δύο τεράστια λαμπερά γαλαζοπράσινα μάτια, πάνω στα κόκκινα μάγουλά της έβλεπε ζωντάνια και ευεξία, οι ώμοι της αν και τεράστιοι, θα μπορούσαν να γίνουν καλοσχηματισμένοι και κομψοί, ε ναι λοιπόν, η Ναυσικά αποφάσισε ότι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να βοηθήσει τη Ρόη. Μάλιστα εκείνο το ίδιο καλοκαιρινό απόγευμα έφτιαξε στο μυαλό της μια εικόνα για το πώς περίπου τη φανταζόταν στο τέλος της βοήθειας που λογάριαζε να της δώσει, κι έμεινε να χαμογελάει μόνη της με το δημιούργημα της φαντασίας της.

Το επόμενο διάστημα η Ναυσικά δεν πήγαινε πουθενά χωρίς τη Ρόη, ούτε κι η Ρόη χωρίς τη Ναυσικά, δυστυχώς μαζί με τους γονείς της Ρόης, οι οποίοι μερικές φορές ωστόσο αρνούνταν να τις ακολουθήσουν στις ατελείωτες βόλτες στο δάσος και στις μακροσκελείς συζητήσεις τους, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να φεύγουν για λίγο από τους ώμους της Ρόης και να πηγαίνουν στους ώμους άλλων πρόθυμων να τους κουβαλήσουν. Εκείνο το διάστημα τα δέντρα είχαν να το λένε: ποτέ δεν είχαν δει τη Ναυσικά πιο ικανοποιημένη κι ευχαριστημένη. Θαρρείς και το πρόσφατο πένθος δεν είχε αφήσει ίχνη πάνω της, θαρρείς κι είχε βρει ένα καινούριο, ζωντανό παιχνίδι να παίζει, γιατί η Ναυσικά το έβρισκε όλο αυτό και λίγο σαν παιχνίδι. Ήταν σαν να έπαιζε ξανά με τις μαριονέτες που κάποτε της είχε χαρίσει η μητέρα της, η Ρόη ήταν κι αυτή σαν μια κούκλα, μια ακόμα μαριονέτα που μπορούσε να την κινεί όπως ήθελε, ανάλογα με τις ορέξεις της κάθε στιγμή. Όπως και να χε, οι ώρες της Ναυσικάς κυλούσαν πολύ ευχάριστα πλέον, και δεν υπήρχε στιγμή της μέρας που να μην επικοινωνεί ή να μη σκέφτεται τη Ρόη.

Η Ρόη από την άλλη είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται: Οι ώμοι της είχαν μικρύνει σημαντικά, τόσο που οι γονείς της φοβόντουσαν να σκαρφαλώσουν μήπως και πέσουν, κι έτσι πολύ σπάνια την απασχολούσαν γι αυτό. Το σώμα της σαν να σουλουπωνόταν σιγά σιγά, έβγαλε τα χοντροκομμένα ατσούμπαλα γυαλιά της, άφησε τα ξανθά μαλλιά της να μακρύνουν και όλο και κάτι αγορίστικα σφυρίγματα ακούγονταν καθώς έβγαινε να περπατήσει από το σπίτι της για να συναντήσει τη Ναυσικά. Μερικές φορές μάλιστα, παρατηρούσε τους μίσχους των λουλουδιών γύρω από το σπίτι της Ναυσικάς να ψηλώνουν για να την παρατηρήσουν, και κάποια δέντρα παραμέριζαν τα κλαδιά τους για να περάσει. Αυτό τη Ρόη την έκανε να νιώθει πολύ περήφανη γιατί ήξερε ότι όλα τούτα τα θαυμαστά γίνονταν ως τότε μόνο για χάρη της αξιολάτρευτης Ναυσικάς απ την οποία είχε την απροσδόκητη τύχη να βοηθιέται.

Η Ρόη είχε αρχίσει να ευτυχεί αληθινά και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ευχαριστήσει τη Ναυσικά γι αυτή την ευτυχία, ακόμη κι αν μερικές φορές αυτό πήγαινε ενάντια στην προσπάθειά της να αλλάξει. Ήξερε π.χ. ότι τα απογεύματα, που ήταν η μοναδική ώρα που τα αγόρια έβγαιναν για βόλτα στο δάσος, η Ναυσικά θα ήταν μόνη της στο μεγάλο φωτεινό σπίτι και θα αναπολούσε τη μητέρα της. Τότε η Ρόη έμενε μαζί της, κι ας ήξερε ότι οι ώμοι της μπορεί λίγο να ξαναμεγάλωναν και να έπρεπε να φάει λίγο περισσότερο για να αντέξει. Όμως όχι, θα έκανε τα πάντα για να ανταποδώσει σ΄ αυτό το υπέροχο πλάσμα την ευτυχία που της έδωσε.

Απ΄ την άλλη η Ναυσικά άρχισε να βλέπει ότι η Ρόη δεν εξελισσόταν ακριβώς σύμφωνα με την υπέροχη εκείνη εικόνα που χε φτιάξει στο μυαλό της εκείνο το αυγουστιάτικο απόγευμα: ενώ την προόριζε αποκλειστικά για να κάνει τη βοηθό της στη δουλειά με τους φτωχούς και ασθενείς, εκείνη ήθελε να βγαίνει βόλτες στο δάσος το σούρουπο. Είχε αρχίσει τις συνομιλίες με τα δέντρα και μάζευε πάνω της τις αχτίδες του ήλιου, χωρίς να πάρει την άδειά της. Η Ναυσικά είχε αρχίσει να γίνεται καχύποπτη με τη Ρόη

Μία μέρα του Σεπτέμβρη, και καθώς τα πρώτα φύλλα του φθινοπώρου είχαν αρχίσει να μαζεύονται στο μεγάλο φωτεινό παράθυρο της κρεβατοκάμαράς της, η Ναυσικά έμαθε ένα τρομερό νέο: κάποιοι φτωχοί και ασθενείς, απευθύνθηκαν στη Ρόη κι όχι στην ίδια για να τους βοηθήσει, κι η Ρόη δεν της είχε πει κουβέντα γι΄αυτό! Η Ναυσικά το θεώρησε μεγάλη προδοσία εκ μέρους της Ρόης, θύμωσε στ αλήθεια πολύ. Κάλεσε λοιπόν τη Ρόη σε απολογία. Ο ήλιος εκείνο το μεσημέρι κρύφτηκε πίσω από μαύρα σύννεφα, τα λουλούδια μάζεψαν τα άνθη τους φοβισμένα και το χώμα σκλήρυνε κάτω από τις φτέρνες της Ρόης καθώς πήγαινε τρομοκρατημένη και έκπληκτη στο μεγάλο σπίτι της Ναυσικάς.

Η σύγκρουση που ακολούθησε ήταν πραγματικά τρομερή, κυρίως γιατί κανείς στο δάσος δεν υποψιαζόταν ότι πίσω από τα νέα κόκκινα μαλλιά και το αγέρωχο περπάτημα της Ναυσικάς κρυβόταν τόση κακία και τόσος φόβος. Ούτε κι ότι η Ρόη, αν και ανάμεσα σε φοβερά δάκρυα και σπασμούς, θα τολμούσε να απαντήσει σε κάθε μία από τις φριχτές κατηγόριες της Ναυσικάς και μετά θα έφευγε μια και καλή από το μεγάλο φωτεινό σπίτι, χτυπώντας με δύναμη την πόρτα πίσω της.

Το διάστημα που ακολούθησε, η Ρόη εξαφανίστηκε από το δάσος και κανείς δεν ήξερε πού πήγε. Η δε Ναυσικά ξανάβαψε τα μαλλιά της καστανά αυτή τη φορά, γκρέμισε και ξανάχτισε περί τις τέσσερις φορές τον τοίχο της κρεβατοκάμαράς της γιατί ποτέ δεν ήταν ικανοποιημένη, και άλλαξε όλη τη διακόσμηση του σπιτιού με έπιπλα μωβ, από μια άλλη, καινούρια πολιτεία χωρίς δέντρα. Φρόντιζε δε να διαδίδει σε όλους στο δάσος πόσο λάθος είχε κάνει στη γνώμη της για τη Ρόη που αποδείχτηκε ξιπασμένη, αλαζονική και υπέρμετρα φιλόδοξη. Τα φυτά γύρω απ το σπίτι την πίστεψαν, δεν είχαν κι άλλη επιλογή, γιατί απ το νερό της ζούσαν. Τα δέντρα συνέχισαν να παραμερίζουν τα κλαδιά τους στο πέρασμά της, όμως με μια κάποια επιφύλαξη. Μόνο ο ήλιος επέμεινε να δει τι απέγινε η Ρόη κι έτσι έστειλε τις ακτίνες του σε κάθε γωνιά της πολιτείας του δάσους μήπως και την ανακαλύψει.

Θα πρέπει να πέρασαν δυο μήνες κι οι προσπάθειες του ήλιου δεν καρποφορούσαν. Να όμως που ήρθε μια μέρα που σαν κάτι να ανακάλυψε! Σε μια μικρή γωνιά που δεν είχε σκεφτεί μέχρι τότε να ψάξει, στην άκρη ενός ξέφωτου, διέκρινε κάτι να λάμπει! Πρέπει να ήταν η Ρόη αυτή, αν και δεν ήταν και βέβαιος. Έριξε μία πλατιά έντονη ακτίνα πάνω της σαν προβολέα: ναι ήταν η Ρόη!! Που όμως είχε πάρει εντελώς άλλη μορφή! Τα μάτια της έλαμπαν από ευτυχία, το σώμα της κομψό και στητό λουζόταν στο φως, και στα κατακόκκινα μάγουλά της στραφτάλιζε η ζωντάνια ενός μικρού παιδιού. Περπατούσε και στο ένα της χέρι κρατούσε σφιχτά ένα καινούριο ασημένιο κλειδί και στο άλλο ένα λουλούδι, σαν κι εκείνα που βλάσταιναν γύρω από το σπίτι της Ναυσικάς και παντού μέσα στο δάσος.

Ο ήλιος αποφάσισε να διαδώσει αμέσως το νέο το έμαθαν τα λουλούδια, τα δέντρα, το χώμα και όλοι όσοι κατοικούσαν στη δασοσκέπαστη πολιτεία. Η Ρόη δεν είχε εξαφανιστεί ούτε πεθάνει, ήταν ζωντανή κι ήταν εκεί, μαζί τους, κελαρυστή σαν το νερό και μεθυστική σαν το ρετσίνι των πεύκων. 

Από τότε και μέχρι σχεδόν σήμερα, η Ρόη εξακολουθεί να ζει στη δασοσκέπαστη πολιτεία, όπως επίσης και η Ναυσικά. Οι δυο τους δεν μιλούν μεταξύ τους καθώς η Ναυσικά ακόμα προσπαθεί απεγνωσμένα να πείθει τους φτωχούς και ασθενείς να μην απευθύνονται στη Ρόη.

 Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι τα δέντρα νιώθουν ελεύθερα, παρόλο που αυτό στη Ναυσικά δεν αρέσει καθόλου, να παραμερίζουν τα κλαδιά τους και στην ίδια και στη Ρόη αλλά και σε όλους εκείνους τους φωτεινούς και ιδιαίτερους ανθρώπους που υπάρχουν και κατοικούν στο δάσος.

 


Χαριτίνη Καρρά:

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1972. Με τη γραφή ασχολούμαι εδώ και κάποια χρόνια ερασιτεχνικά. Τώρα τελευταία κάποιες ιστορίες μέσα μου χρειάζονται περισσότερο χώρο ν αναπνεύσουν, κι εγώ, τι να κάνω, τους τον παραχωρώ.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας