Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Απλώς... η Μάνα μου...

Εριέττα Καραμπέτσου

 

Και θυμάμαι και μια μέρα που τσακώνονταν. Μεσημέρι ήταν. Ένα χειμωνιάτικο κυριακάτικο μεσημέρι. Σαν αυτά που μαζεύονται οι οικογένειες και τρώνε όλοι μαζί και συζητάνε. Λένε πώς τα πέρασαν, τι έκαναν τα παιδιά στο σχολείο, συζητάνε τα θέλω τους, τα προβλήματά τους. Λένε τα όνειρά τους. Ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί. Εμείς δεν το κάναμε ποτέ αυτό. Πάντα με πόναγε που δεν το κάναμε. Ζήλευα τα άλλα παιδιά και τις βόλτες με τους γονείς τους. Και εμείς κάναμε βόλτες δε μπορώ να πω, αλλά όχι αληθινές. Θαρρείς και ήταν ψεύτικες, την άλλη κιόλας στιγμή κανείς δεν τις θυμόταν. Με μια κρύα διάθεση, καταναγκαστική, ψυχρή και πάντα με ένα αίσθημα απέχθειας ο ένας για τον άλλον. Δεν ήμουν πάντα έτσι, εκείνοι μου το έμαθαν αυτό. Μέχρι που νόμισα πως ήταν το φυσιολογικό. Πως έτσι είναι, οι οικογένειες ζουν μαζί, αλλά ο καθένας μόνος. Μόνο όταν μεγάλωσα και έκανα τη δική μου οικογένεια κατάλαβα πως δεν ήταν έτσι. Πως δεν έπρεπε να ήταν έτσι. Πολύ αργότερα κατάλαβα τι έλειπε

 

Το παράπονό μου; Δεν είχαμε ποτέ τζάκι... ένα τζάκι βρε αδερφέ, να μαζευόμαστε όλοι μαζί. Όχι μόνο για παρηγοριά... ίσως αν είχαμε τζάκι να μας ζέσταινε και την ψυχούλα μας λίγο. Α, και ξέρετε τι έκανα; Μικρό παιδάκι ήμουνα ακόμη και άναβα κάνα κεράκι όταν έβρισκα και καθόμουν και το κοιτούσα, πόσο μου άρεσε η φωτιά που έκαιγε λες και τα καθάριζε όλα. Θαρρείς και περνούσαν από τη φλόγα τα συναισθήματα και έβγαιναν καθαρά. Και ακόμα τη φωτιά τη λατρεύω, με εξαγνίζει. Και κάποια μέρα έβαλα φωτιά και σε κάτι παλιές χαρτοπετσέτες και φώναζε τότε πως ήμουν πυρομανής η μάνα μου. Καλά ο πατέρας ούτε που έδωσε σημασία και έτσι ξεχάστηκε. Βέβαια σπίρτα δεν ξαναβρήκα σπίτι..

 

Τι έλεγα; Α! για εκείνο το κυριακάτικο μεσημέρι στην καρδιά του χειμώνα. Τσακώνονταν σειόταν το σπίτι. Θεέ μουφωνές, απειλές και ουρλιαχτά. Και τότε ήταν που εκείνος πήρε ένα από τα πιάτα που κοσμούσαν το πρόχειρο τραπέζι και το εκσφενδόνισε στον απέναντι τοίχο. Στον τοίχο του χωλ. Μια πορτοκαλί κηλίδα έβαψε τον άσπρο τοίχο και τα φασόλια τόσο αηδιαστικά δεν τα χα δει ποτέ χύθηκαν και αυτά πιο γρήγορα από τη χρωματιστή κηλίδα. Και η πόρτα του μπάνιου έκλεισε τόσο δυνατά που ευχόμουν τα γκρεμιστεί το σπίτι να μην υπάρξει συνέχεια. Δεν γκρεμίστηκε όμως. Την τράβηξε μέσα μη δούμε εμείς το μακελειό. Γιατί στο μόλις οχτάχρονο μυαλό μου μακελειό φάνταζε. Και τώρα που το σκέφτομαι μακελειό ήταν.

Χειμώνας ήταν, όμως τη θυμάμαι ημίγυμνη. Τα γυμνά της μπράτσα να γλύφουν το μωσαϊκό καθώς την έσερνε έξω από το μπάνιο για να την παρατήσει μισολιπόθυμη μπροστά στα μάτια μας, εκεί μπροστά στο χυμένο φαγητό. Άφησε τα χέρια της και αυτά σωριάστηκαν.. δε θυμάμαι πόση ώρα τη χτυπούσε. Εκείνη δεν ακουγόταν. Τίποτα δεν ακούγονταν. Για μια στιγμή δεν μπορούσα να αποφασίσω ποιον έπρεπε να λυπηθώ. Εκείνη που την άδειασε σαν σακί. Σαν το άγριο θηρίο που μόλις είχε νικήσει, ή εκείνον που με έκανε να τον σιχαθώ. Μήπως και τους δυο; Ή μήπως τον εαυτό μου που ζούσα εκεί; Αν μπορούσα τότε Αν μπορούσα και τώρα να τα σβήσω όλα από τη μνήμη μου

 

Πώς να πάω να ξαπλώσω το βράδυ στα πεντακάθαρα σεντονάκια του κρεβατιού μου, που με τόση αγάπη μου έστρωνε εκείνη κάθε μέρα με εκείνα τα χέρια. Πώς να μην φοβάμαι πως πάλι θα ξυπνήσει εκείνο το τέρας μέσα του και ποιος ξέρει τι θα την κάνει. Τα χέρια της. Εκείνα τα χέρια τα λάτρευα. Πάντα καθαρά, κουρασμένα με τις έντονες φλέβες να διαγράφονται στο πάνω μέρος τους. Εκείνα τα χέρια που όταν είχα πυρετό ακουμπούσαν στο μέτωπό μου για να έρθει η σειρά των χειλιών. Τα χείλια της έπαιρναν την τελική απόφαση. Μυρωδιά δε θυμάμαι. Κρύα χέρια, παρήγορα όμως. Αλλά χωρίς μυρωδιά.

 

Λένε πως ο καθένας μας έχει και τη δική του μυρωδιά. Ε, λοιπόν αλήθεια σας λέω, η μάνα μου μυρωδιά δεν είχε. Λες και δεν υπήρχε. Γιατί όμως δεν είχε μυρωδιά η μανούλα μου? Ποιος ξέρει? Μόνο την κολώνια της θυμάμαι. Βαριά γυναικεία κολώνια. Και ακόμη και όταν τη φορούσε, πολύ σπάνια βέβαια, μετά από λίγο κι εκείνη έπαυε να μυρίζει. Πότιζε τα ρούχα της, όμως εκείνη δε μύριζε πια. Θαρρείς και το κορμί της, η ύπαρξη της τα ρουφούσε όλα και τα έκανε να μην υπάρχουν πια.

 

Όπως τα προβλήματά μου. Όταν ήμουν μόνη, βουνά έτοιμα να ανοίξουν και να με καταπιούν. Ποτέ δεν της έλεγα τι ήταν αυτό που με απασχολούσε. Τόσο μαγικά, μα και τόσο απλά, όταν ήμουν δίπλα της έπαυαν να με απειλούν κείνα τα βουνά. Εκείνη. Σίγουρα εκείνη τα εξαφάνιζε και τότε τα έβλεπα μικρά, τόσο που μπορούσα να τα πατήσω. Ένα περίεργο πράγμα, χωρίς να της πω το παραμικρό, εκείνη τα έδιωχνε. Τα ένιωθε. Τώρα πια είμαι σίγουρη. Τα ένιωθε η μανούλα μου. Και πάντα κάτι έλεγε, κάτι έκανε και μου δινε τη λύση. Ερήμην της. Ή μήπως ήξερε; Ποια μάνα δεν καταλαβαίνει το παιδί της; Δεν ξέρω, πάντως όχι η δική μου.

 

Η δικιά μου δεν ήταν ποτέ μάνα. Ποτέ πολύ τρυφερή με τα παιδιά της, ποτέ κακιά. Να όμως που πάντα ήταν το αθέατο στήριγμα μου. Η μανούλα μου. Τη φοβόμουν τη μανούλα μου εγώ. Φοβόμουν τα μάτια της. Την αγαπούσα τη μανούλα μου εγώ.

 

Γαλάζια μάτια. Όχι δεν ήταν γαλάζια τα μάτια της. Γκρι ήταν. Όχι, και γαλάζια και γκρι. Και πράσινα κάποιες φορές. Ναι τα μάτια της μάνας είχαν πολλά χρώματα. Όχι όλα μαζί. Κάθε φορά και άλλο. Κάθε διάθεση και το δικό της χρώμα τα έντυνε.

Όταν φοβόταν ήταν γκρι. Όταν χαίρονταν ήταν πράσινα. Χαρούμενα πράσινα μάτια. Σπάνια. Γαλάζια ήταν όταν θύμωνε. Όταν θύμωνε μαζί μου. Βλέμμα επιβλητικό, παγωμένο λες και ήταν.

 

Πωπω, άσχημο το παγωμένο βλέμμα της μάνας μου. Ήταν δικό της όμως, και αφού ήταν δικό της, εγώ το αγαπούσα. Και όταν με έκρινε γίνονταν πάγοι, δυο γαλάζιοι πάγοι φώλιαζαν στις δυο της κόγχες. Συγκλονιστικά ήταν. Αυτό φοβόμουν πιο πολύ. Όχι το ξύλο. Το βλέμμα της. Ούτε τα λόγια, μόνο το βλέμμα της. Τόσο παγωμένο ήταν που σκιαζόμουν θα με ρουφούσε. Και τα χρόνια πέρασαν.

Ίδια τη θυμάμαι. Ίδια ποτέ μάνα, ποτέ γλυκιά, μα πάντα παρήγορη.

Πότε πίστευα πως ήταν κακιά. Μια κακιά κρύα μάγισσα που πήρε τη μανούλα μου και πήρε τη θέση της. Και πότε πως ήταν τόσο καλή σαν παραμύθι. Μήπως γι αυτό τη ζήλευε η μάγισσα και την έπαιρνε από κοντά μας και γίνονταν εκείνη μάνα μας;

Και νάτη τώρα ανήμπορη εδώ μπροστά μου. Υπάρχει κάτι να της συγχωρέσω? Δεν ξέρω, δε σκέφτομαι κάτι τώρα. Ναι, μα αν δεν υπάρχει κάτι να της συγχωρέσω κρυμμένο μέσα μου, τότε γιατί τη νιώθω τόσο μακριά μου? Πάντα εκεί την ένιωθα. Στο απέναντι στρατόπεδο. Δεν ξέρω. Αφού ήταν το στήριγμα μου, πώς ήταν στο απέναντι. Δεν ξέρω. Αυτή ήταν και είναι η μάνα μου.    


Εριέττα Καραμπέτσου:

Ονομάζομαι Καραμπέτσου Εριέττα και είμαι γεννημένη τον Ιούλιο του 1981 στην Αττική, όπου και διαμένω με τον πεντάχρονο γιο μου. Μεγάλωσα σε μια τετραμελή οικογένεια και κρατάω πολύ στενές επαφές με τους γονείς και την αδερφή μου. Τελειώνοντας το Λύκειο σπούδασα Ναυτιλιακές επιστήμες και εργάζομαι σε εφοπλιστική πλοιοκτήτρια εταιρεία στον Πειραιά.

Τις ελεύθερες μέρες και ώρες μου τις περνάω συνήθως με το γιο μου. Εκδρομές, κινηματογράφο και πολλές χειροτεχνίες. Μου αρέσει να διαβάζω κυρίως λογοτεχνικά κείμενα και δοκίμια, καθώς επίσης και μελέτες περί της ανθρώπινης συμπεροφοράς. Πιστεύω πως τα ταξίδια μας δίνουν ζωή και μας αναγκάζουν να εκτιμάμε την καθημερινότητά μας. Διαλογίζομαι συχνά και χαίρομαι όταν κάνω τους γύρω μου να χαμογελούν.

Ασχολούμαι με την κατασκεύη κεριών και άλλων χειροτεχνιών, τη διακόσμηση και όντας θαυμάστρια του θεάτρου παρακολουθώ μαθήματα υποκριτικής όποτε μου επιτρέπεται. Αυτό που με συναρπάζει είναι το γράψιμο. Μου αρέσει να αποτυπώνω ο,τιδήποτε περνάει από το μυαλό μου.

 

copyright 2009-2010, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας