ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

 

Ο Λύο Καλοβυρνάς είναι μεταφραστής, συγγραφέας και σύμβουλος ψυχικής υγείας. Έχει μεταφράσει 40 βιβλία από τα αγγλικά και τα δανέζικα και έχει γράψει τα εξής έργα: Πλαθολόγιο: η απουστειρωμένη έκδοση (Intro Books 2008) Πλαθολόγιο λέξεων, (4η έκδοση Intro Books 2007), Πέφτω (Οξύ, 2001), Αστάρτη, Οικογενειακή Γεωγραφία, (Μεταίχμιο 2003), Θεϊκό συνταγολόγιο, συνταγές για να φτιάξετε τον δικό σας Θεό (Περίπλους, 2005), Στα πρόθυρα γραμματικής κλίσης (Intro Books 2007), ενώ μέσα στο 2010 θα κυκλοφορήσει το πρώτο του παιδικό μυθιστόρημα, Γκντουπ! και το μυθιστόρημα Love Forever Ωχ!, από τις εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί.

 

Ως ακτιβιστής συμμετέχει ενεργά σε δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για το hiv/aids και τα υπόλοιπα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, ενώ παράλληλα είναι διευθυντής του περιοδικού «10%» (www.10percent.gr), το οποίο ευαισθητοποιεί, μεταξύ άλλων, για τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και για το δικαίωμα στη διαφορά. Γεννήθηκε το 1970.

 

Αν αναρωτιέστε από πού βγαίνει το Λύο, το μυστήριο λύνεται στην ιστοσελίδα www.lyo.gr

   


Κύριο Μενού

 

Εκεί που σκάει το κύμα

 

του Λύο Καλοβυρνά

  

       

Στη θάλασσα υπάρχει μια μικρή περιοχή που δεν έχει όνομα. Είναι η ενδιάμεση φλοίδα χώρου, ανάμεσα στο κύμα και στον αφρό του. Ο Γιόνας το ξέρει, γιατί εκεί είναι που πέθανε, κι όπως θα ξέρετε, ο τόπος που πεθαίνουμε μας ανήκει γι’ άλλη μια ζωή. Ίσως και παραπάνω.

 

Γεννήθηκα στην άλλη άκρη του ωκεανού. Το νησί μου δεν υπάρχει πια· για μένα τουλάχιστον. Μετακομίσαμε οικογενειακώς όταν εγώ ήμουν ακόμη σε τρυφερή ηλικία. Τρυφερή, γιατί οι πληγές τότε αφήνουν μόνιμες ουλές.

       Τώρα ζω σε μια μεγάλη πόλη. Κι έχω μεγαλώσει. Έτσι μου λένε. Το νησί δεν το θυμάμαι. Όπως δεν θέλω να θυμάμαι τις πληγές.

        Αν και τώρα ζω κοντά στη θάλασσα δεν είναι το ίδιο. Πίσω μου απλώνεται μια ολόκληρη, ατέλειωτη ξηρά, βουνά που την αγκυροβολούν και την κρατάνε σταθερή. Τα πόδια μου πατάνε γερά, έχω να κρατηθώ. Στο μικρό βόρειο νησί μου, σ’ όλα τα νησιά, το νερό δεν σταματά στο περιγιάλι· μπορεί τα κύματα να σκάνε στην παραλία, μα ο παφλασμός τους, η παλινδρομική τους κίνηση, στήνουν το σκηνικό για ολόκληρη τη ζωή του τόπου.

 

Ο Γιόνας κι εγώ μεγαλώσαμε μαζί, στην ίδια γειτονιά. Τα σπίτια μας γειτόνευαν μες στο έρημο, αγριεμένο τοπίο, στα δυτικά του αφιλόξενου νησιού μας που βρεχόταν από τον παγωμένο ωκεανό. Απ’ το παράθυρό μου αγνάντευα τη θάλασσα, όπως φούσκωνε, όπως γαλήνευε, τότε που με καλούσε και τότε που με απέδιωχνε, κι ένιωθα μόνος, πολύ μόνος, Η μάνα μου συνέχεια με παρότρυνε να βγω να παίξω με τον Γιόνας, τις ατέλειωτες δροσερές μέρες του καλοκαιριού, προτού έρθει το χειμερινό σκοτάδι και σφαλίσει πόρτες, παράθυρα, καρδιές. Εγώ όμως δεν έκανα να βγω να φωνάξω στον Γιόνας να παίξουμε. Ήταν μεγαλύτερος, κάπου τον φοβόμουνα. Ήταν πιο εύκολο να μένω μέσα, να κοιτάζω έξω. Εκείνος είχε πραγματική ζωή.

        Καθόμουν συχνά στο παραθύρι, με ξεχνούσε η μάνα μου. Τι έκανα; Δεν θυμάμαι ακριβώς, μα δεν νομίζω πως βαριόμουν. Απλώς λαχταρούσα κάποιον να μοιραστώ τα εσωτερικά παιχνίδια μου. Το κοίταγμα της θάλασσας. Τη φλυαρία των κυμάτων.

        Ο μπαμπάς μου ήταν ναυτικός, έλειπε συνέχεια. Υπήρχε μια εποχή που ατένιζα τα νερά και φώναζα στα κύματα να μου τον φέρουν πίσω. Κάποια στιγμή, θαρρώ, αποκαρδιώθηκα και σταμάτησα να τον καλώ. Πια τα καλούσα να με πάρουν εμένα. Μακριά. Κάπου διαφορετικά, εκεί όπου, ήμουν σίγουρος, οι άνθρωποι ζούσαν αλλιώς, πιο ζωντανά, την αληθινή ζωή που εμένα μου διέφευγε.

        Ίσως δημιουργώ την εντύπωση μιας άφατης πλήξης, μα δεν ήταν έτσι. Δεν έπληττα, ήταν το σχολείο, βοηθούσα και τη μάνα μου στις αγροτικές δουλειές, διάβαζα πολύ, έγραφα και κάτι παραπονιάρικα στιχάκια, σαν τραγούδια δίχως μουσική, συνήθως έπεφτα για ύπνο κουρασμένος και με σχέδια για την επομένη. Τα σχέδιά μου όμως αφορούσαν μονάχα εμένα. Αποζητούσα τον Γιόνας, έναν Γιόνας να του πω τα σχέδιά μου, να του διηγηθώ όσα μου διηγιόταν η θάλασσα, ν’ ανοίξω το κουτάκι που σφάλιζα σφιχτά στην καρδιά μου και που ‘χε χίλια δυο χαζά όνειρα και παιδικές περιπέτειες.

        Ο Γιόνας με περνούσε μερικά χρόνια. Πηγαίναμε μαζί σχολείο κάθε πρωί στο κοντινό χωριό, μα δεν μιλούσαμε πολύ. Εγώ δεν τολμούσα να του πω τίποτα κι εκείνος ήταν πάντα λιγομίλητος. Τα μεγάλα χείλη του ήταν σαν να φούσκωναν από ένα μόνιμο παράπονο, μια επιμονή και πείσμα για κάτι που δεν γινόταν καλά. Κι ένιωθα πάντα την ορμή να του πω, κάντο!

        Η μάνα μου έλεγε: «Είναι μονόχνοτο παιδί ο γιος μου, κουβέντα δεν του παίρνεις.» Κι εγώ θύμωνα και πονούσα συνάμα μ’ αυτά τα λόγια της γιατί δεν ήταν αλήθεια. Είχα τόσα πολλά να πω, μα ποιος θα μ’ άκουγε; Στο σχολείο όλοι φαίνονταν σαν να είχαν κάτι να κάνουν, λες και οι παρέες τους ήταν φτιαγμένες από τότε που φτιάχτηκε το χώμα κι οι πέτρες, παρέες ραμμένες κοντοβελονιά, φιλίες χτισμένες με αρμούς από τσιμέντο, κι εγώ δεν χωρούσα να χωθώ μέσα, να πω το δικό μου τραγούδι. Κι οι παρέες φώναζαν δυνατά, τα αστεία τους ηχοβολούσαν στην αυλή του σχολείου, οι τάξεις κουδούνιζαν από τα γέλια τους, τις πλάκες τους. Κι εγώ σαν θεατής συμμετείχα στο βαθμό που μπορεί ένας θεατής να συμμετέχει χωρίς οι καλλιτέχνες επί σκηνής να ενοχληθούν.

        Θυμάμαι, και κάτι μέσα μου αλυχτά σαν λαβωμένο ζώο που μάσησε με τα δόντια του το ίδιο του το πόδι για να ελευθερωθεί, πώς γυρνοβολούσα σε μια επίφαση ενασχόλησης, ότι τάχα έκανα κάτι το πολύ σημαντικό και δεν είχα χρόνο, ότι δεν ήθελα να ασχοληθώ μαζί τους. Κι έτσι σιγά σιγά η μοναξιά μου έπαψε να είναι ο παγερός ξένος, ένα φόβητρο, έγινε θλιμμένη φίλη που μου κρατούσε συντροφιά παρέα με τη θάλασσα. Κάποτε, την απειλούσα, θα σε παρατήσω, γιατί θα βρω άλλους, πραγματικούς ανθρώπους, να κάνω παρέα. Κάποτε.

        Ώς τότε θα καθόμουν στο παράθυρό μου και θα κουβέντιαζα με τα κύματα. Γιατί δεν φεύγεις μακριά, με πειράζανε. Να πάω πού, δικαιολογιόμουν. Πώς να φύγω, ποιος μου λέει πως στην άλλη άκρη σας δεν θα βρω ένα ίδιο παραθύρι να κάθομαι σαν αντανάκλαση να σας αγναντεύω; Εσείς ελάτε πάρτε με, κάπου καλύτερα θα με πάτε. Μα εκείνα δεν ακούγανε τις παρακλήσεις μου· πιτσιλούσαν τη δειλία μου, κορόιδευαν τους χαριεντισμούς μου με τη μοναξιά, και στις καταιγίδες πάνω έστηναν χορό μανιασμένο και με χλεύαζαν: δεν ζεις, δεν ζεις, δεν ζεις. Πότε θ’ αρχίσεις να ζεις;

        Μια φορά μόνο, θυμάμαι, ρώτησα τη μάνα μου: Μαμά, όλοι έτσι ζούνε; Πώς έτσι; με αντιρώτησε. Τι να της έλεγα; Πώς να της ξεδίπλωνα την προσεκτικά διπλωμένη μοναξιά μου, κι απ’ το κουτί της να έβγαζα ένα ένα τα μοναχικά απογεύματα, τις θλιβερές, εναλλασσόμενες κούφιες ώρες, όπου η φωνή μου αντίλαλο δεν είχε σ’ άλλου αυτιά; Σώπασα. Εκείνη μου χάιδεψε τα μαλλιά και συνέχισε τη δουλειά της. 

 

Το κάποτε ήρθε σαν αυγή την ώρα που κοιμάσαι, δίχως τυμπανοκρουσίες, φανφάρες και προμελετημένες λύσεις. Μια μέρα η μητέρα μου μού ανακοίνωσε ότι θα φεύγαμε απ’ το νησί, ο πατέρας είχε βρει δουλειά σε μια πόλη, πολύ μακριά, σ’ ένα άλλο, μεγαλύτερο νησί, που δεν ήταν νησί ακριβώς. Άκουσα τα νέα με συναισθήματα ανάκατα, τρεις μεζούρες φόβο μήπως εκεί που πηγαίναμε δεν θα’ χα ούτε τη θάλασσα για συντροφιά, και μόνο ένα πασπάλισμα ελπίδας μήπως εκεί που πηγαίναμε δεν θα τη χρειαζόμουν.

        Δεν χαιρέτησα κανέναν προτού φύγαμε. Δεν είχα κανένα ν’ αποχαιρετήσω. Μόνο το τελευταίο πρωί, μόλις πριν φύγουμε, πήγα και στήθηκα έξω από την πόρτα του Γιόνας λίγο πριν την ώρα που ήξερα πως έφευγε για το σχολείο. Του είπα πως φεύγω. Μου είπε πως το ξέρει. Του είπα γεια. Γεια σου, μου είπε κι εκείνος. Έφυγα.

        Ήθελα να δηλώσω σε κάποιον πως έφευγα. 

 

Τώρα ζω σε μια μεγάλη πόλη κι έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που η μοναξιά είχε όνομα κι υπόσταση και σώμα που μ’ αγκάλιαζε τις νύχτες. Οι ουλές ακόμα κεντούν το δέρμα μου, μα δεν τις ξύνω πια.

        Δεν έγινε κανένα θαύμα σαν ήρθα στην πόλη από το νησί. Μήτε ξάφνου απέκτησα πολυάριθμους φίλους, μήτε σταμάτησα να νιώθω ότι η ζωή φορές φορές με προσπερνά. Ίσως ο καλύτερος τρόπος που ξέρω να το περιγράψω είναι σαν να μεταφέρθηκα από τις πίσω θέσεις του ακροατηρίου πάνω στη σκηνή και βρέθηκα να παίζω κι εγώ ένα ρόλο στη ζωή, τα λόγια μου μετράνε σε όσα έχουν να πουν κατόπιν μου οι άλλοι συμπαίκτες της ζωής, η είσοδος και έξοδός μου από το προσκήνιο δεν περνά απαρατήρητη... Κάπως έτσι.

        Βέβαια, ακόμη αγναντεύω τη θάλασσα από το παράθυρό μου και μιλάω με τα κύματα, σε μια γλώσσα που έμαθα μικρός για να επιζήσω στον αφιλόξενο τόπο της μοναξιάς μου. Στο ερημικό, εσωτερικό νησί μου.

        Κι ο Γιόνας; Μια μέρα, πρόσφατα, μια θεία της μάνας μου μας επισκέφτηκε από το νησί και μας είπε τα νέα: ο Γιόνας αυτοκτόνησε. Πρώτη φορά έδειξα ενδιαφέρον για κάτι που αφορούσε το νησί. Πώς; Γιατί; κάθισα στο τραπέζι της κουζίνας και τη ρώτησα, τα μάτια μου εκτόξευαν ερωτηματικά.

        Δεν ήξερε να μου πει το γιατί. Όσο για το πώς... πνίγηκε. Έτσι λένε τουλάχιστον, γιατί πώς μπορεί κάποιος να πνιγεί σ’ ένα μέτρο νερό είναι άλλο θέμα, κι ιδίως όταν ξέρει τόσο καλό κολύμπι όσο ο Γιόνας, αλλά να που πνίγηκε, ξεβράστηκε στα βότσαλα έξω απ’ το σπίτι του.

        Δεν ήξερε άλλα να μου πει. Εκείνο το βράδυ ήτανε να βγω με την παρέα μου να πάμε σινεμά και μετά για φαγητό. Ακύρωσα. Κατέβηκα κάτω στην ακτή και κάθισα στη νοτισμένη άμμο. Ήμουν θυμωμένος, θύμωνα – γιατί, γιατί ήμουν τόσο θυμωμένος; Ο Γιόνας είχε πεθάνει, πνίγηκε. Τα κύματα σκάγανε στα πόδια μου αμίλητα. Εγώ δεν άκουγα παρά τον παφλασμό και την αντάρα της ψυχής μου, που βούβαινε τα πάντα γύρω μου. Είναι δυνατόν;

        Ήταν δυνατόν όσο καιρό εγώ ένωνα τα δάκρυά μου μ’ εκείνα της κρύας θάλασσας, αποζητώντας ένα πρόσωπο να με κοιτάξει στα μάτια, ένα χέρι να μ’ αγγίξει φιλικά, να με τσιμπήσει πειραχτικά, να με χτυπήσει πάνω στο θυμό του, όλα εκείνα τα βράδια και τ’ απογέματα και τα κρύα πρωινά που στιχοπλοκούσα για να δώσω ζωή στην ασάλευτη ζωή μου, όλες τις ώρες που ζήλευα, πώς ζήλευα τους πάντες!, τον Γιόνας πιότερο απ’ όλους, γιατί είχανε παρέες, ζούσανε, ζούσανε πραγματικά, είναι δυνατόν η μοναξιά μου να με είχε τυφλώσει μπρος στη μοναξιά του Γιόνας; Και σαν του Γιόνας ολονώνε; Μήπως εκεί που με θεωρούσα αμέτοχο θεατή στη συναρπαστική παράσταση της ζωής όλων των άλλων, δεν φρόντισα ποτέ να κοιτάξω παραδίπλα μου και να δω την πλατεία γεμάτη από τόσους άλλους, άλλους τόσους σαν κι εμένα; Ή έστω τον Γιόνας; Γιατί αλλιώς ν’ αυτοκτονήσει;

        Ξέθαψα απ’ τα σκονισμένα σεντούκια των παιδικών μου αναμνήσεων εκείνο το τελευταίο γεια του Γιόνας, κι ίσως, λέω ίσως, αν ο δικός μου πόνος που απ’ τα ριζά της ύπαρξής μου θεμελίωνε το είναι μου δεν ήταν τόσο ολοκληρωτικός, ίσως να είχα παρατηρήσει στο δικό του βλέμμα, στο δικό του αντίο, ψήγματα μιας δικής του μοναξιάς.

        Μήπως τα κύματα με πειράζανε γιατί τόσες φορές πασχίζαν να μου πουν πως όταν μ’ αντίκριζαν στο παραθύρι μου να τους σιγοτραγουδώ τραγούδια δίχως μουσική, έτσι συνομιλούσαν και με τον Γιόνας στο δικό του παραθύρι, τριάντα βήματα πιο πέρα, απ’ όπου τους σφύριζε σκοπούς δίχως λόγια, δυο μάτια που αγνοούσαν το ένα την ύπαρξη του άλλου κι ήταν συνεπώς τυφλά. Με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων.

        Ο Γιόνας δεν πνίγηκε. Καθώς καθόμουν στη νοτισμένη άμμο, με την αρμύρα να ποτίζει τα ρούχα, τα μαλλιά μου, τα κύματα μου μίλησαν κι ίσως για πρώτη φορά τα άκουσα καθαρά, γιατί η δική μου φωνή είχε σωπάσει, γιατί η δική μου μοναξιά είχε πια γαληνέψει:

        Εδώ, στον αφρό μας, εδώ που πνίγονται και γεννιούνται όνειρα, που χτίζεις ό,τι θέλεις και γκρεμίζεις άλλα τόσα, εδώ που σμίγει η γη και το νερό, εδώ διαλέγεις πού θες να ζήσεις. Η ροή μας μαγεύει, θέλγει η αέναη κίνησή μας, προσηλυτίζει η ρευστότητά μας. Μα δεν μπορείς να ‘σαι για πάντα ζυμάρι, άψητο κι ασχημάτιστο, δίχως να πατάς στη γη, έστω και με το ‘να ποδάρι.

        Εσύ διάλεξες. Στην πόλη που ‘ρθες, η λαλιά μας μιλά πιο σιγανά. Ο Γιόνας έμεινε στο νησί. Μην κάνεις υποθέσεις για τα πώς και τα γιατί. Δεν είχε τις εσώτερες δυνάμεις, τις εξώτερες συνθήκες. Κι έτσι μας παραδόθηκε. Εκεί που σκάει το κύμα και προτού αφρίσει ο αφρός του. Δεν πνίγηκε. Διάλεξε να ζήσει στο μόνο μέρος όπου ένιωσε πως κάποιος τον άκουγε.

        Δάκρυσα, σκεφτόμενος όλα τούτα, φταίει και η περίσσια δόση μελοδράματος που συνοδεύει τέτοιες περιοδείες στο παρελθόν. Μα περισσότερο δάκρυσα, θαρρώ, γιατί ξέρω βαθιά μέσα μου πως, κι εγώ, δεν ήμουν ποτέ μακριά από το να παραδοθώ στα κύματα. Αυτό ανέκαθεν το ήξερα, ανέκαθεν με τρόμαζε. Γι’ αυτό τ’ αγνάντευα απ’ το παράθυρό μου αντί να κατέβω στην ακρογιαλιά.

        Υπήρχε όμως και κάτι άλλο που ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί, ποτέ δεν είχε περάσει απ’ το μυαλό μου: Έψαξα ποτέ να μάθω πόσοι άλλοι ταλαντεύονται εκεί που σκάει το κύμα;

 

   

    Χειμώνας 2009

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    Σχόλια


"Θαυμάσιο, ένιωσα ανατριχίλα. Να δούμε που θα σκάσει το δικό μας κύμα."

Θέμις

 
copyright 2009, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας