ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970, είναι  φιλόλογος και εργάζεται στη μέση εκπαίδευση.

 Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα.

Το "Εσύ, η μισή ελπίδα μου" είναι απόσπασμα από το μυθιστόρημά του "Αστοχία Υλικού" που θα εκδοθεί τον Απρίλιο από τον εκδοτικό οίκο Μεταίχμιο.


Κύριο Μενού

 

Εσύ, η μισή ελπίδα μου

 

του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

 

 

                                                     

Προσπάθησα να θυμηθώ αν μου έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν κάτι τέτοιο. Παραδέχομαι ότι δυσκολεύομαι να συγκρατήσω τα πολυψήφια νούμερα από τους κωδικούς των ΑΤΜ και του συναγερμού και από τον αριθμό της ταυτότητας και του φορολογικού μου μητρώου. Παραδέχομαι, επίσης, πως αν με ρωτήσεις το τηλέφωνο του κινητού σου, την ημερομηνία του γάμου μας, τον ταχυδρομικό κωδικό του σπιτιού μας δε θα είμαι σε θέση να σου δώσω ακριβή απάντηση.

Αλλά δεν πιστεύω ότι οι δυσκολίες αυτές σχετίζονται με το πρόβλημα που αντιμετωπίζω από το πρωί κι ούτε θα μπορούσαν να περιγράψουν την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι όλη μέρα. Ίσως μάλιστα να μην είναι τίποτα παραπάνω από μια απλή κλίση του μυαλού μου προς τη θεωρητική γνώση ή μια ασυνείδητη άμυνα που έχω αναπτύξει από παιδί ακόμη μπροστά σε οτιδήποτε εκλαμβάνω ως περιττό ή ασήμαντο, προκειμένου να επικεντρώνομαι απερίσπαστος σε ό,τι αληθινά με ενδιαφέρει.

Εξάλλου κάποια άλλα ζητήματα μπορώ να τα φέρω στο μυαλό μου ανά πάσα στιγμή, ακόμα και με τις πιο απίθανες λεπτομέρειες. Θυμάμαι, για παράδειγμα, το πρώτο ραντεβού μας, κι ας έχουν περάσει εννιά ολόκληρα χρόνια από τότε.

Ήταν Σάββατο απόγευμα. Φορούσες πέδιλα, τζιν κι ένα λευκό εξώπλατο μπλουζάκι. Τα μαλλιά σου ήτανε χυτά κι έφταναν σχεδόν μέχρι τη μέση. Χαμογελούσες και το πρόσωπό σου έλαμπε, άστραφτε από ευτυχία. Ήσουν κάτι παραπάνω από όμορφη τη μέρα εκείνη, ήσουν μαγευτική.

Είχαμε πάει στην Πλάκα. Περπατήσαμε στα στενά χέρι με χέρι για αρκετή ώρα κι ύστερα καθίσαμε σε ένα καφενεδάκι. Παραγγείλαμε καφέ. Ήταν αρχές Σεπτεμβρίου και μόλις είχες επιστρέψει από τις διακοπές σου. Μιλούσες ενθουσιασμένη για το κάμπινγκ στη Σκιάθο, τη φίλη σου τη Νίκη και το νυχτερινό μπάνιο στις Κουκουναριές, αλλά δεν έδειχνα το ενδιαφέρον που θα περίμενες.

«Τι έχεις;» με ρώτησες. Δεν είχα τίποτα. Ήθελα μόνο να ακούω τη φωνή σου. Να ακούω τη φωνή σου και να σε κοιτάω. Αυτά μου έφταναν, και με το παραπάνω.

Αντίκρυ μου ήταν η Ακρόπολη. Ακριβέστερα η μισή Ακρόπολη. Η άλλη μισή έμενε κρυμμένη πίσω από τα χυτά μαλλιά σου. Προσπάθησα να φανταστώ πώς θα φαινόταν ολόκληρη, χωρίς να τα καταφέρω. Αλλά ας ήταν, όπως ήταν, μισή ή ας μην φαινόταν και καθόλου. Αφού είχα μάτια μόνο για σένα. Πάντα είχα μάτια μόνο για σένα.

Έστω κι αν αυτό μου στοίχισε πολύ ακριβά.

Δεν λέω βέβαια για την κρυμμένη Ακρόπολη. Λέω για την κρυμμένη τη ζωή μου, την άλλη μισή, την αόρατη, αυτή που σκέπασες από την πρώτη στιγμή του γάμου μας μες στο πυκνό σκοτάδι.

Βέβαια, ήταν και δικό μου λάθος. Τότε ένιωθα ακόμα άτρωτος κι είχα την αυταπάτη ότι θα μπορούσα να τα αντιμετωπίσω όλα, ίσως και να τα αλλάξω. Όχι μόνο γιατί σε αγαπούσα, αλλά και από μια αντιδραστική διάθεση, από έναν εγωιστικό παρορμητισμό, από μια νεανική επιπολαιότητα. Δεν ήθελα να αποδεχτώ το δικαίωμα της εταιρείας να παρεμβαίνει στον ιδιωτικό μας βίο και να απαγορεύει με ολόκληρα κατεβατά από άρθρα και παραγράφους του εσωτερικού κανονισμού τις φιλικές σχέσεις και τους ερωτικούς δεσμούς, τις κουμπαριές και τους γάμους μεταξύ των υπαλλήλων της, λες κι είμαστε αναλώσιμο υλικό ή περιουσιακό της κτήμα ή σαν αυτά τα υβρίδια κερασιάς που δεν έχουνε κουκούτσια.

Τώρα όμως, κι ύστερα από όσα μεσολάβησαν, δε σου κρύβω ότι άρχισα να αναθεωρώ τη στάση μου. Σε μερικά πράγματα ίσως και να χρειάζεται, τελικά, να ρίχνουμε λίγο νεράκι στο κρασί μας. Όχι πολύ κι ούτε πάντα, αλλά μόνο όσο και μόνο όταν χρειάζεται, για να τα βγάζουμε πέρα. Αλλιώς δε γίνεται. Υπάρχουν, βλέπεις, και οι εσωτερικοί κανονισμοί.

Δε λέω, στην αρχή είχε το γούστο του και κάναμε την πλάκα μας. Αντέχαμε ακόμα, γιατί ήμασταν και πιο νέοι. Όπως τον πρώτο καιρό μετά το γάμο μας που περνούσες μπροστά από το γραφείο μου αδιάφορη, ψυχρή και απρόσιτη, αλλά όταν έφτανες στην κολώνα έστρεφες ξαφνικά το κεφάλι και μου έκλεινες με παιχνιδιάρικη διάθεση το ένα μάτι. Ή όπως τότε που καθόμασταν με τους συναδέλφους στο εστιατόριο και με απόλυτη σοβαρότητα σε ρωτούσα για την καταγωγή, τις σπουδές και την οικογενειακή σου κατάσταση, κι ας έβλεπα ότι κόντευες να ξεκαρδιστείς στα γέλια. Ή όπως εκείνο το απόγευμα που τηλεφώνησε ο προϊστάμενος στη δική μου τη γραμμή κι έκανες το λάθος να το σηκώσεις εσύ. Τα έχασες στην αρχή, και λίγο έλειψε να τα κάνεις μαντάρα. «Το παίρνω εγώ», μπήκα αμέσως στη μέση, «Μαρία» συμπλήρωσα τονίζοντας ιδιαίτερα το όνομα, για να τα κουκουλώσω.

Θυμάσαι τα ραβασάκια μας; Όταν ήθελα κάτι, σου έγραφα: «Αρκτικόλεξα: “συντομογρα­φία που σχηματίζεται από τα αρχικά γράμματα πλήρων λέξεων” (Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2001, σελ. 202), πρβλ. ΔΕΗ: Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού», που πάει να πει: μην ξεχάσεις να πληρώσεις το λογαριασμό του ρεύματος. Όταν ήθελες κάτι, μου έγραφες: «Σημασίες αγγλικών λέξεων στα ελληνικά: mushroom: μανιτάρι, orange: πορτοκάλι, tangerine και mandarin: μανταρίνι, όλα κοινά ουσιαστικά όπως και το apple», που πάει να πει: μην ξεχά­σεις να περάσεις από το μανάβη.

Κουράστηκα όμως να ζω με σένα αλλά χωρίς εσένα. Κουράστηκα να ξεκινάμε από το σπίτι σαν ζευγάρι και να φτάνουμε στη δουλειά σαν συνάδελφοι. Κουράστηκα να σε φλερτάρει ο Χριστοφόρου κι εγώ να υποδύομαι τον άνετο και το φιλικό μαζί του. Κουράστηκα να ακούω από τους άλλους για τα συχνά λάθη που κάνεις στα κείμενα των μεταφράσεών σου χωρίς να μπορώ ούτε να σε υπερασπιστώ αλλά ούτε και να σε κατηγορήσω.

Μαζί σου δεν υπάρχει τίποτα το ακέραιο, το πλήρες και το ολοκληρωμένο. Όλα μισά τα νιώθω: μισή αλήθεια, μισό παρόν, μισή ζωή.

Εσύ υποτίθεται ότι ζεις κάπου στην Καλλιθέα, μαζί με τη συνταξιούχο εκπαιδευτικό μητέρα σου, που υποφέρει από αρθριτικά, και τον απόστρατο του ναυτικού πατέρα σου, που πάσχει από ανίατη ασθένεια. Εγώ ζω στο σπίτι μας στη Δροσιά κι υποτίθεται ότι είμαι παντρεμένος με κάποια Μαρία. Κατάγεται από ένα χωριό της Μακεδονίας και δουλεύει ως γραμματέας σε ένα λογιστικό γραφείο. Είναι ψηλή και ξανθιά, έχει γαλανά μάτια, σαρκώδη χείλη και φακίδες. Κοκκινίζει σαν παντζάρι κάθε φορά που ακούει σόκιν ανέκδοτα και όταν γελάει σχηματίζονται λακκάκια στο πηγούνι και στα δυο της μάγουλα. Της αρέσουν οι ερωτικές μπαλάντες, χαλαρώνει βλέποντας μεσημεριανές εκπομπές και διαβάζοντας ελαφριά λογοτεχνία και μαγειρεύει εξαιρετικό στιφάδο.

Όμως δε σου φαίνεται περίεργο, που απ’ όλα τα γυναικεία ονόματα δε βρήκαμε άλλο για να επιλέξουμε από το όνομα «Μαρία»; Θα μου πεις ότι έτυχε. Έτυχε να λένε Μαρία την ξαδέρφη σου που με συνόδευσε σε εκείνο το χορό του σωματείου εργαζομένων της εταιρείας. Αλλά αναρωτιέμαι γιατί να μη μας τύχει κάποια άλλη ξαδέρφη σου με το όνομα Κωνσταντίνα, Γεωργία, Ζωή ή ακόμα καλύτερα Ελπίδα, αφού δε λείπουν ούτε αυτά τα ονόματα από το στενό συγγενικό σου κύκλο. Έτυχε το ένα κι έτυχε το άλλο και να που τώρα έτυχε να ζω παρέα με τα άταφα πτώματα του παρελθόντος. Γιατί επισήμως και σύμφωνα με την παραποιημένη ληξιαρχική πράξη που προσκόμισα στην εταιρεία, για να λάβω το επίδομα που δικαιούμαι, δεν είμαι παντρεμένος μαζί σου αλλά με τη Μαρία, τη γραμματέα στο λογιστικό γραφείο που κατάγεται από ένα χωριό της Μακεδονίας και μαγειρεύει εξαιρετικό στιφάδο.

Έλα όμως, σε παρακαλώ, και στη δική μου θέση. Έλα, τουλάχιστον για λίγο. Μια Ελπίδα η μισή γυναίκα μου και μια Μαρία η άλλη μισή. Μια άταφη νεκρή Μαρία, που στοιχειώνει τη μνήμη μου και βρικολακιάζει τη ζωή μου. Κάθε μέρα σκαρφαλώνω φοβισμένος σε στοίβες από εταιρικά έντυπα και, όταν κοιτάω κάτω, δεν βλέπω εσένα, αλλά τη Μαρία να με περιμένει, ντυμένη  πάντα με το άσπρο νυφικό της. Εσύ δεν είσαι εκεί, ακόμα κι όταν βρισκόμαστε στον ίδιο χώρο. Πάντα έχεις κάτι άλλο, πιο σοβαρό και πιο επείγον για να κάνεις. Τώρα τελευταία το ιστολόγιο, πιο πριν την καθαριότητα του σπιτιού και πιο παλιά… πιο παλιά είχες το ζήτημα του παιδιού. Εξετάζοντας πλέον τα πράγματα από μια σχετική απόσταση, είμαι σε θέση να κρίνω ότι το ζήτημα αυτό επηρέασε με τον πιο καταλυτικό τρόπο τη σχέση μας.

Κι άλλοι αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπογονιμότητας κι άλλοι δυσκολεύονται να αποκτήσουνε παιδιά, αλλά δε νομίζω ότι κάνουν έτσι. Τους απασχολεί, τους στεναχωρεί, τους πονάει, αλλά δεν τους απορροφά πλήρως, δεν τους αποσπά εντελώς, δεν τους διαλύει ολοκληρωτικά. Δε σου κρύβω ότι πολλές φορές πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα ότι πάσχεις από ένα είδος νευρωτικής εμμονής, από μια μορφή ψυχοπαθολογικής ιδεοληψίας. Γιατί όσο κι αν προσπάθησα να κατανοήσω ή να δικαιολογήσω αυτό που σου συμβαίνει, έμενα πάντοτε με τα αναπάντητα «γιατί» των υπερβολών σου.

Θυμάμαι ότι σου το είπα. Σου πρότεινα μάλιστα και τη λύση της υιοθεσίας.

«Δεν καταλαβαίνεις;» μου απάντησες «Τι άνθρωπος είμαι εγώ, που ό,τι κι αν κάνω δε νιώθω ακόμα άνθρωπος; Που δουλεύω, που τρώω, που κοιμάμαι, που υπάρχω, νομίζεις ότι φτάνει; Ένα παιδί είναι για μένα η μόνη λύση. Μια εγκυμοσύνη θα έχω και δυο γέννες θα κάνω. Προτού να το γεννήσω, θα με έχει ξαναγεννήσει άνθρωπο. Που σημαίνει ότι δεν είμαι, όπως με θέλουν, ότι δεν είμαι, όπως είμαι, μια άσπορη κερασιά, δηλαδή ένα υβρίδιο, ένα πράγμα, ένα object, ένα res, που λέτε κι εσείς οι φιλόλογοι στα λατινικά».

Ακόμη δεν μπορώ να ξεχάσω τι τραβήξαμε: εγώ με τα πορνοπεριοδικά στις τουαλέτες των μικροβιολογικών και εσύ στα ιατρικά κρεβάτια με τα πόδια ανασηκωμένα. Για τέσσερα χρόνια τα γενετικά μας όργανα έγιναν ένα επιστημονικό εργαστήριο. Πρώτη εξωσωματική, δεύτερη εξωσωματική. Κανένα αποτέλεσμα. Επέμενες για τρίτη, αλλά αντέδρασα. Δεν ήθελα να υποβλη­θούμε ξανά σε μια τέτοια δοκιμασία κι ούτε θεώρησα συνετό να ξοδεύουμε τα χρήματά μας, τη στιγμή που, όπως μας διαβεβαίωναν οι γιατροί, δε συνέτρεχε πλέον κανένα οργανικό πρόβλημα. Μόνο ότι θα έπρεπε να ηρεμήσουμε, μας έλεγαν συνέχεια.

Να ηρεμήσουμε λοιπόν. Αλλά μια κουβέντα ήταν. Ένας ατέλειωτος Φλεβάρης έγινε η ζωή μας. Είκοσι οχτώ μέρες είχαν οι δικοί μας μήνες, με τις ενδείξεις του θερμόμετρου να μετρούν το χρόνο. Τριάντα εφτά, τριάντα εφτά και ένα, τριάντα εφτά και δύο… «Έλα» μου φώναζες και είτε μαστόρευα το αυτοκίνητο είτε κλάδευα τα δέντρα είτε κοιμόμουν στον ξενώνα, θα έπρεπε να έρθω. Έσφιγγα την καρδιά μου, έκλεινα τα μάτια μου και άφηνα ελεύθερη τη φαντασία μου. Στην αρχή πήδηξα όσες ήξερα και δεν ήξερα, μετά επικεντρώθηκα στη μορφή της Ελένης και στο τέλος κόλλησα στο άταφο πτώμα της Μαρίας.

Δεν άντεχα άλλο, δεν μπορούσα άλλο, πνιγόμουνα. Προσπάθησα να σου το πω. Αν είναι να έρθει, ας έρθει από μόνο του. Μεγαλύτερο κακό κάνουμε, που το εκβιά­ζουμε. Αλλά εσύ δεν έπαιρνες από λόγια. Με έβλεπες απρόθυμο και σε έπιαναν τα παράπονα κι οι γκρίνιες σου. Ότι κατά βάθος δε θέλω και ότι είμαι ανώριμος και ότι εξαιτίας μου παραμένεις άτεκνη στα τριάντα εφτά σου χρόνια. Τότε άρχισαν τα νεύρα κι οι καβγάδες μας, οι σιωπές και τα όνειρά σου. Τότε άρχισα κι εγώ να ξαναβγαίνω με την Ελένη, ύστερα από οχτώ ολόκληρα χρόνια. Ξέρω ότι δε με τιμάει καθόλου αυτό που έκανα και ομολογώ ότι ντρέπομαι ακόμη και που σου το λέω, αλλά δεν έχω πλέον κανένα λόγο να στο κρύβω.

Δεν ήμουν βέβαια κανένας αφελής για να ελπίζω ότι στο πρόσωπο της Ελένης θα μπορούσα να βρω την αγάπη που εσύ μου στέρησες ή, για να το πω μ’ έναν ξεπερασμένο λογοτεχνισμό, ένα ασφαλές αγκυροβόλι για να αράξει το κουρασμένο μου σκαρί στις καταιγίδες που στα καλά καθούμενα λυσσομανούσες. Θες ο χρόνος που μεσολάβησε, θες οι απογοητεύσεις που δοκίμασε, θες τα νέα δεδομένα της ζωής της, πάντως είχε αλλάξει. Αντί για το ευγενικό κορίτσι που θυμόμουνα, βρήκα μια προσγειωμένη γυναίκα, που ήξερε τι ήθελε από τους άντρες κι είχε τα μέσα για να το εξασφαλίσει. Μπορεί η σεξουαλική δραστηριότητά της να είχε κάτι το μηχανικό, το κυνικό και το ψυχαναγκαστικό, αλλά δεν μ’ ενοχλούσε καθόλου. Ο έρωτας μαζί της ακόμη και όταν εξελισσόταν σε μια λυσσαλέα πράξη επιβολής και εξουσίας ή ακόμη και όταν έμοιαζε όχι με αμοιβαία επαφή αλλά με έναν από κοινού αυνανισμό είχε πάντα τη λειτουργικότητά του: έδινε έστω και μια προσωρινή εκφόρτιση σε ένα μπλοκαρισμένο συναισθηματικό και ψυχικό δυναμικό, που αισθανόμουν από καιρό να λιμνάζει μέσα μου σε ελώδη πια κατάσταση.

Κι επειδή φαντάζομαι ότι θα σπεύσεις να μου καταλογίσεις ευθύνες και να εκδώσεις ερήμην μου καταδικαστικές αποφάσεις, νιώθω την ανάγκη να σου υπενθυμίσω ξανά ότι αναφέρομαι στην περίοδο κατά την οποία ενώ ζούσες δίπλα μου, δεν ήσουνα στην πραγματικότητα μαζί μου. Ήταν τότε που αντί να αντιμετωπίζεις κατάματα τα προβλήματα της αληθινής ζωής μας και τις όποιες δυσλειτουργίες και δυσχέρειες της σχέσης μας, προτίμησες μια τρόπον τινά σύγχρονη εκδοχή αναχωρητισμού, καταφεύγοντας στην ασφάλεια του εικονικού σου κόσμου.

Ιχνηλατούσες, όπως σου άρεσε να λες. Απορώ πώς σου ήρθε να ονομάσεις έτσι το ιστολόγιό σου. Ας το έλεγες «Η αργόσχολη» ή «Δεν έχω τι να κάνω» ή «Μου αρέσει να σπάω τα νεύρα του άντρα μου» ή «Βρήκα λόγο να μην μαγειρεύω, να μην πλένω και να μην σκουπίζω» ή εν πάση περιπτώσει, αν ήθελες κάτι πιο σοβαρό, ας το ονόμαζες «Το ιπτάμενο χαλί μου» ή «Το διαμαντένιο κάστρο των ονείρων μου» ή «Ο Τιτανικός μου» ή «Η ανέλπιδη Ελπίδα μου». Όπως και να ’χει, πιο πολύ θα ταίριαζε από αυτό που πήγες και διάλεξες. Γιατί οι «ιχνηλασίες», προϋποθέτουν κάποια ίχνη, προϋπο­θέτουν και κάποιον ιχνηλάτη. Αλλά απάντησέ μου, σε παρακαλώ, με απόλυτη ειλικρίνεια: εσύ ποια ίχνη αναζητάς, πού τα αναζητάς και γιατί τα αναζητάς, καθισμένη στην πολυθρόνα του γραφείου σου και κλεισμένη στο υπόγειο του σπιτιού μας τρεις και τέσσερις και πέντε ώρες κάθε μέρα;

Από την άλλη, ξέρεις ποιο είναι το πιο ωραίο; Το πιο ωραίο είναι ότι ενώ εσύ έψαχνες στο υπόγειο του σπιτιού μας τα χνάρια των άλλων, εγώ έψαχνα στο ισόγειο του σπιτιού μας τα δικά σου χνάρια. Μάθε λοιπόν ότι δυο και τρεις φορές τη μέρα έμπαινα στο ιστολόγιό σου για να διαβάσω τις αναρτήσεις και να δω αν σου έγραψαν κανένα σχόλιο. Παρ’ όλες δηλαδή τις επιφυλάξεις που διατηρούσα γι’ αυτό που έκανες, ήμουν υπό μία έννοια κι εγώ ένας ιχνηλάτης, και συνεχίζω δυστυχώς ακόμη να είμαι. Ένας μοναχικός, ταλαιπωρημένος και χαμένος ιχνηλάτης, που δεν έπαψα στιγμή να αναζητώ πίσω από τα ηλεκτρονικά αποτυπώματα που αφήνεις, τα αχνά σημάδια της δικής σου παρουσίας στη ζωή μου.

Αυτό ακριβώς αποφάσισα να κάνω κι εκείνη τη στιγμή από τη δουλειά, παρ’ ότι ήξερα ότι ανά πάσα στιγμή υπήρχε ο κίνδυνος να γίνω αντιληπτός. Διατηρούσα όμως την αμυδρή ελπίδα ότι όλο και κάποιο χαμένο ίχνος μπορεί και να εντόπιζα, για να καταλάβω πού οφείλεται η σημερινή αδικαιολόγητη απουσία σου. Άνοιξα λοιπόν τον υπολογιστή, πήρα μια βαθιά ανάσα και σχημάτισα τη διεύθυνση του ιστολογίου: ixnilasies.blogspot.com.

 

Μπήκα στην αρχειοθήκη και ανέτρεξα στην πρώτη ανάρτηση. Ήθελα να τα πάρω, όσο ήταν δυνατό, με τη σειρά, για να σχηματίσω μια ενιαία εικόνα.

Τίτλος: «Είμαι εδώ»

«Μια ανάγκη. Δεν ξέρω ποια ακριβώς. Πάντως, ενυπάρχει στις σιωπές της θλίψης μου. Να ’μαι, λοιπόν. Εδώ. Στην ανυπαρξία της ηλεκτρονικής μου ύπαρξης. Εγώ η “ιχνηλάτισσα” κι εσείς τα χνάρια μου. Καλώς σας βρήκα».

Καλώς σας βρήκα; Ποιους βρήκες; Αφού αδιάβαστα μένουν τα πιο πολλά από αυτά που γράφεις. Βγάζεις τα εσώψυχά σου με αντάλλαγμα σχόλια μηδέν. Κι αν στη χάση και στη φέξη βλέπεις κανένα σχόλιο και χαίρεσαι, να ξέρεις ότι τις περισσότερες φορές είναι από μένα. Ναι, είναι από μένα. Γιατί εγώ είμαι το σταθερό κοινό σου. Γιατί εγώ είμαι ο πιο πιστός αναγνώστης σου. Γιατί εγώ είμαι ο ανώνυμος σχολιαστής σου. Καιρός να το μάθεις κι αυτό. Εγώ και μόνο εγώ. Θες από καλοσύνη, θες από οίκτο, θες από ενδιαφέρον, πάντως δεν ήθελα να αφήνω στη θλίψη της σιωπής τις σιωπές της θλίψης σου.

 

Διάβασα την επόμενη ανάρτησή σου. Κάτι σχετικό με το Πολυτεχνείο.

Τίτλος: «Εγώ αύριο δε γιορτάζω»

«Πάνε τριάντα τέσσερα χρόνια από τότε. Τρίχρονα μωρά και βυζάξαμε απ’ τα συνθήματά της, εξεγερμένοι έφηβοι και ριγήσαμε απ’ τα ιδανικά της, καταληψίες φοιτητές και ξενυχτήσαμε με τα τραγούδια της. Στο μεταξύ τίποτα σχεδόν δεν άλλαξε. Μόνο που άσπρισαν τα μαλλιά μας και γέμισε με ρυτίδες το πρόσωπό μας. Μεγαλώσαμε. Συστήσαμε γενιά. Της μεταπολίτευσης η χαμένη γενιά. Η πιο χαμένη απ’ όλες. Η πιο λίγη απ’ όλες. Η πιο προδοτική απ’ όλες. Που νόμισε αλλά δεν πίστεψε. Που αντέδρασε, αλλά δεν αγωνίστηκε. Που γιόρτασε αλλά δεν τίμησε. Όχι, εγώ αύριο δε γιορτάζω το Πολυτεχνείο. Εγώ αύριο ξανασκυλεύω το Πολυτεχνείο. Εγώ κι όλοι οι όμοιοί μου».

Αυτές οι εμμονές θα σε φάνε. Ένα γκρεμισμένο τείχος απέμεινε από την Αριστερά που έχεις στο μυαλό σου και εσύ σκύβεις ακόμα και μαζεύεις από κάτω διαλυμένα τούβλα και θρυμματισμένους σοβάδες και σπασμένες πέτρες, για να ξανασηκώσεις το νέο σιδηρούν παραπέτασμα των νικημένων ιδεών σου. Γιατί το ξέρεις κατά βάθος και η ίδια ότι είναι νικημένες. Και τώρα μόλις αντιλαμβάνομαι για λόγο σε συγκινεί τόσο πολύ η πρώτη μεταπολεμική γενιά των ποιητών. Σε συνδέει μαζί τους το βίωμα της ήττας. Αλλά ο δικός τους εμφύλιος πόλεμος έχει τελειώσει εδώ και έξι δεκαετίες, ενώ ο δικός σου συνεχίζεται ακόμα αδελφοκτόνος κι αναρωτιέμαι ως πού θα πάει.

 

Προσπέρασα βιαστικά όλα τα άλλα κείμενα. Δεν είχα καμία όρεξη να χάνω το χρόνο μου με τις υπαρξιακές περιπλοκές, τις ιδεολογικές συγχύσεις και τις πολιτικές νεκρολογίες σου. Με ενδιέφεραν μόνο οι τρεις επίμαχες αναρτήσεις, αυτές που δημιούργησαν το πρόβλημα με την εταιρεία και όξυναν τις μεταξύ μας σχέσεις.

 

Η πρώτη πρέπει να ήταν τον περασμένο Δεκέμβριο. Έψαξα στο αρχείο σου και τη βρήκα.

Τίτλος: «Καλή μας χώνεψη»

«Λοιπόν, σήμερα το μεσημεριανό μου περιλάμβανε γενετικά τροποποιημένο κατσικίσιο κρέας (γνωστό και ως “Tracy”) που φέρει ανθρώπινο γονίδιο, φέτα που παρασκευάζεται από εμπλουτισμένο με ανθρώπινο γονίδιο γάλα, πατάτες που φέρουν γονίδιο σκορπιού και ντομάτα που φέρει γονίδιο ψαριού. Σας φαίνεται περίεργο, ε; Περιμένετε λίγο και αργά ή γρήγορα θα τα δοκιμάσετε κι εσείς – αν δεν τα έχετε ήδη δοκιμάσει. Καλή μας χώνεψη, λοιπόν…»

Θυμάμαι την έκπληξη, που ένιωσα όταν το πρωτοδιάβασα. Ασφαλώς και δεν θα είχα καμία ένσταση αν ήθελες να ασχοληθείς με ζητήματα διατροφής. Θα μπορούσες, για παράδειγμα, να γράφεις πώς μαγειρεύονται τα γιουβαρλάκια, να προτείνεις συνταγές για το παστίτσιο ή να μάθεις από κάποια αναγνώστριά σου ποια υλικά χρειάζεται η καρυδόπιτα που ξέρεις πόσο πολύ μου αρέσει. Συν τοις άλλοις, θα αύξανες κατακόρυφα την επισκεψιμότητα του ιστολογίου σου, αφού είτε το θέλεις είτε όχι οι πιο πολλοί μόνο με τέτοια θέματα ασχολούνται πλέον.

Κι αντί για όλα αυτά, τι πήγες κι έκανες; Πήγες και εξέθεσες σε δημόσια θέα ολόκληρο το μενού από το εστιατόριο της εταιρείας, χωρίς μάλιστα να διστάσεις να χρησιμοποιήσεις την επιστημονική ορολογία του κρέατος που γνωρίζεις ότι εμπορεύεται η ίδια η εταιρεία. Σου λέω λοιπόν ότι η επιπολαιότητα και η αφέλεια που επέδειξες αγγίζουν τα όρια της επικίνδυνης βλακείας.

 

Αναζήτησα και την άλλη ανάρτησή σου. Απ’ όσο θυμόμουν, ήταν πριν από τριάντα πέντε περίπου μέρες. Ναι, πράγματι, τότε ακριβώς ήταν. Στις 27/3.

Τίτλος: «Σας αρέσουν τα κεράσια;»

«Κουκούτσι μυαλό δεν έχουν πλέον οι γενετιστές που αποφάσισαν να αφαιρέσουν το κουκούτσι απ’ τα κεράσια. Δεν το πιστεύετε; Κι όμως συνέβη κι αυτό. Η κερασιά-Φρανγκεστάιν έχει ήδη αρχίσει εδώ και μερικούς μήνες να προωθείται και στην χώρα μας. Είναι ένα ακόμη οικολογικό έγκλημα που θέλουν να το βαφτίσουν “οπωροφόρα επανάστα­ση”. Πιστέψτε με, πρόκειται για αληθινό έγκλημα. Έχω ιδία γνώση, που σας λέω».

Εδώ πλέον άρχισα να συνειδητοποιώ ό,τι θα έπρεπε να είχα καταλάβω πριν από πολύ καιρό. Ότι δηλαδή δεν επρόκειτο για επιπολαιότητα ή για αφέλεια ή για επικίνδυνη βλακεία, όπως θα ήθελα να πιστεύω, αλλά για αυτοκαταστροφική μανία που πολύ σύντομα ήξερα ότι θα είχε καταστροφικές συνέπειες ακόμη και σε μένα.

Σκέψου μόνο ότι η αρνητική αναφορά που έκανες σε ένα υβρίδιο που μόλις είχε αρχίσει να προωθείται μαζικά στην αγορά δε θα μπορούσε παρά να κινήσει το ενδιαφέρον κάποιου εδώ μέσα, ίσως του προϊσταμένου, ενδεχομένως και της υπηρεσίας έρευνας. Από εκεί και πέρα, θα ήταν πολύ εύκολο να ακολουθήσουν τα ίχνη που αφήνεις αμέριμνη κατά τις ηλεκτρονικές σου περιηγήσεις, για να φτάσουν, τελικά, στο σπίτι που εγώ δηλώνω ως κατοικία, γιατί εσύ, όπως είπαμε, μένεις στην Καλλιθέα με τη συνταξιούχο μάνα σου και με τον άρρωστο πατέρα σου.

Χωρίς να φέρω καμία απολύτως ευθύνη, βρισκόμουν σε πολύ δύσκολη θέση, και μάλιστα σε μια περίοδο αλλαγών και ανακατατάξεων στην ιεραρχία του τμήματος. Πιο συγκεκριμένα, ήμουν αντιμέτωπος με το δίλημμα ή να μην αποκαλύψω στην εταιρεία τίποτα για τη σχέση μας και να περιμένω να υποστώ τις συνέπειες όταν αργά ή γρήγορα η σχέση αυτή θα γινόταν αντιληπτή ή να προβώ σε μια τέτοια αποκάλυψη διαχωρίζοντας τη θέση μου από εσένα και τις ενέργειές σου, πράγμα που ήξερα ότι μπορεί και να είχε αρνητική επίδραση στην ήδη δοκιμαζόμενη σχέση μας.

Νομίζω ότι επέλεξα αυτό που ήταν λιγότερο κακό και για μένα και για σένα: αποφεύγοντας να φανερώσω ότι εσύ ήσουν ο συντάκτης αυτών των κειμένων, αποκάλυψα στην μηνιαία έκθεση αυτό-αξιολόγησης την από μέρους μου παραβίαση του εσωτερικού κανονισμού. Εννοώ ότι γνωστοποίησα το γάμο μας και ανέλαβα την ευθύνη των πράξεών μου. Ναι, αυτό ακριβώς έκανα. Αποκάλυψα το γάμο μας. Αν μη τι άλλο, επρόκειτο για μια γενναία απόφαση. Αυτό, τουλάχιστον, θα έπρεπε να μου το αναγνωρίσεις.

 

Δε χρειάστηκε καθόλου να ψάξω για την τελευταία ανάρτησή σου. Ήταν η αμέσως επόμενη κι είχε ημερομηνία 20/4.

Τίτλος: «Τα τριάκοντα αργύρια»

«Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην προδοσία και στον προδότη, πέρα από τα τριάκοντα αργύρια που τους ενώνουν; Η πρώτη είναι μια στατική πράξη, που υλοποιείται μια για πάντα. Αντίθετα, ο δεύτερος βρίσκεται σε μια δυναμική κατάσταση συνεχούς αλλαγής και εξέλιξης: μπορεί να αρχίζει από μια μικρή ερωτική απιστία και να καταλήγει στις πιο γκεμπελικές τεχνικές. Έχω υποστεί τις απιστίες και τις άντεξα. Τώρα υφίσταμαι τους γκεμπελισμούς και δεν είμαι σίγουρη αν θα μπορέσω να τους αντέξω».

Πίεσα τη λειτουργία των σχολίων, όπου είδα να αναγράφεται η ένδειξη 2. Στο πρώτο σχόλιο υπήρχε το ανώνυμο σημείωμα «Νομίζω ότι είσαι απόλυτη κι άδικη. Λάβε υπόψη ότι ορισμένες προδοσίες μπορεί να εκκινούν από αγαθές προθέσεις και να αποβαίνουν τελικά προς όφελος όλων». Στο δεύτερο υπήρχε η απάντησή σου: «Μικρέ μου γκεμπελίσκε, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ευγενή ψεύδη. Φαντάζομαι ότι εσύ ειδικά έχεις “ιδία γνώση”. Έτσι δεν είναι;».

 

Ετοιμάστηκα να βγω από την ιστοσελίδα σου, αλλά έπεσα πάνω σε ένα τελευταίο κείμενο που δεν το είχα διαβάσει. Θυμήθηκα ότι προτού να ξαπλώσω, ήσουν στον υπολογιστή και μου είπες ότι θα αργήσεις λίγο. Προφανώς ετοίμαζες κάποια καινούρια ανάρτηση. Έλεγξα την ημερομηνία: Πέμπτη 24/04/08, δηλαδή μια βδομάδα ακριβώς πριν. Μου φάνηκε πολύ περίεργο, γιατί αν πράγματι είχε αναρτηθεί πριν από μια βδομάδα θα το είχα σίγουρα υπόψη μου. Όπως σου είπα, μπαίνω καθημερινά στο ιστολόγιό σου, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις δύο και τρεις φορές τη μέρα. Μην ξεχνάς ότι είμαι ο ανώνυμος σχολιαστής σου. Δεν έβρισκα καμιά άλλη εξήγηση από το ότι θα έγινε κάποιο ηλεκτρονικό λάθος στην ημερομηνία. Η σωστή ημερομηνία είναι Πέμπτη, 1/05/08. Όσο το σκεφτόμουν, τόσο μεγαλύτερη βεβαιότητα ένιωθα.

Από την άλλη, η ώρα της ανάρτησης μου φαινόταν απολύτως σωστή. Πράγματι γύρω στις 11:45μ.μ. πρέπει να το είχες «σηκώσει», δηλαδή λίγη ώρα αφότου μιλήσαμε για τελευταία φορά. Ήταν το πρώτο στίγμα που είχα για σένα από χθες το βράδυ και μια αμυδρή ελπίδα άρχισε να φωτίζει το μυαλό μου. Αρκεί να μη μου επιφύλασσες μια ακόμη δυσάρεστη έκπληξη. Διάβασα το κείμενό σου με ιδιαίτερη προσοχή.

 

Τίτλος: Δροσιά, Μέρες του 2008 μ.Χ.

 

      Στην οδό Ελπίδας –πρώτη πάροδος δεξιά

Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Εταιρείας Γενετικών Μεταλλάξεων

Γραφεία ενοικιάσεως εργαζομένων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα

Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε

         από τις αυξητικές ορμόνες  που τους χορηγούνε,

         τα τηλεοπτικά και αθλητικά προγράμματα που τους προβάλλουνε

         και τα σχολικά μαθήματα που τους φορτώνουνε

Άλλωστε τα παιδιά τροποποιήθηκαν κι ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε

Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,

Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε

Ελαστικά ωράρια εργασίας, ενυπόθηκα δάνεια, κλιματικές αλλαγές,

        οπωροφόρες επαναστάσεις

Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες

Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα

       οι ίδιοι στα παιδιά τους

Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα

Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών

       των παιδιών τους - αν βέβαια θα συνεχίσουν να γεννιούνται παιδιά.

Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται

η Εταιρεία Γενετικών Μεταλλάξεων

–εγώ μεταλλάσσομαι, εσύ μεταλλάσσεσαι, αυτός μεταλλάσσεται

Γραφεία ενοικιάσεως εργαζομένων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα

–εμείς επενδύουμε, εσείς επενδύετε, αυτοί επενδύουν

Η ζωή είναι ωραία, λέγανε παλιά οι Ποιητές.

Η ζωή με τα ολάνθιστα λουλούδια, τις καρποφόρες κερασιές,

      τους καταπράσινους αγρούς της.

Πράγματι η ζωή ήταν ωραία, όταν τουλάχιστον τη ζούσαμε.

 

«Δροσιά»; Κρύος ιδρώτας με περιέλουσε και μπλόκαρε για λίγο το μυαλό μου. Ένα κύμα οργής δυνάμωνε μέσα μου. Ειλικρινά, ποτέ δεν φανταζόμουνα ότι θα έφτανες μέχρι αυτό το σημείο. Μέχρι δηλαδή το σημείο να δημοσιοποιήσεις στοιχεία της αληθινής ταυτότητας μας, εκθέτοντας και τους δυο μας στον πιο μεγάλο κίνδυνο.

Είχα δίκιο, λοιπόν. Με την πορεία που έχεις πάρει, δε θα αργούσες πολύ ακόμα για να αποκαλύψεις διεύθυνση, νούμερο, ταχυδρομικό κωδικό, όνομα, επώνυμο, αριθμό αστυνομικού δελτίου και πάει λέγοντας. Επομένως, αν εξετάσεις τα πράγματα από μια άλλη οπτική γωνία, θα μπορούσες να αντιληφθείς ότι με όσα έγραψα στην έκθεση αυτο-αξιολόγησης δεν έκανα τίποτα παραπάνω από το να προφυλάξω τον εαυτό μου από τις δικές σου προδοσίες που με κάθε νέα ανάρτηση βλέπω να γίνονται ολοένα και πιο αποκαλυπτικές, ολοένα και πιο επικίνδυνες.

Αδίκως λοιπόν με κατηγορείς. Τελικά, ο αληθινός προδότης δεν είμαι εγώ, αλλά εσύ. Οι απιστίες και οι γκεμπελισμοί, που μου καταλογίζεις, είναι πριν απ’ όλα δικό σου έργο. Αναρωτιέμαι μόνο ποια θα είναι τα τριάκοντα αργύρια της αμοιβής σου κι όσο το σκέφτομαι αρχίζουν να με ζώνουν τα φίδια. Μήπως, λέω μήπως, ενδιαφέρεσαι και εσύ για τη θέση του προϊσταμένου στις επικείμενες αλλαγές του τμήματος και βάλθηκες να με ξεκάνεις από την κούρσα της διαδοχής; Μου φαίνεται πραγματικά αστείο, γιατί δεν έδειξες ποτέ ενδιαφέρον ούτε καν κατέβαλες την παραμικρή προσπάθεια, αλλά δεν ξέρω πλέον τι άλλο να υποθέσω. Με εσένα που έμπλεξα όλα είναι πιθανά.

     Έκλεισα φουρκισμένος τον υπολογιστή, χωρίς να αφήσω κανένα μήνυμα. Συγχώρα με που θα στο πω, αλλά δεν αντέχω άλλο: από εδώ και πέρα, καλή μου, αυτή θα είναι η παντάξια πληρωμή σου. Ένα ολοστρόγγυλο μηδέν στα σχόλια των αναρτήσεών σου. Ο ηλίθιος ανώνυμος σχολιαστής σου, που ήθελε ο αφελής, να μετριάσει τις σιωπές της θλίψης σου, δεν σκοπεύει από εδώ και πέρα να σου ξαναγράψει ούτε ένα σχόλιο. Βαρέθηκε.

 

   

    Χειμώνας 2009

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

 

 

copyright 2009, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας