ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα, από την οποία έφυγε για λίγα χρόνια και ξαναγύρισε. Έχει οικογένεια, σκύλο, εργάζεται στη μέση εκπαίδευση, γράφει, ακούει μουσική, κάνει ποδήλατο και διαβάζει. Αγαπημένα του βιβλία είναι η Ιλιάδα και ο Δον Κιχώτης.
http://areadingdiary.wordpress.com/


Κύριο Μενού

 

 

Γράμματα σ' έναν πολύ νέο ποιητή

 

του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου 

 

 

Ι.

 

 

      Όλοι στο σπίτι πήγαν να κοιμηθούν, αφήνοντάς με

στη μοναξιά εκείνη που αρμόζει σε σκέψεις πιο

στρυφνές· και μόνο πλάι μου γαλήνια στην κούνια του

κοιμάται το νεογέννητο παιδί μου. Πόσο ήσυχα είναι!

S.T. Coleridge

 

 

Τις νύχτες πάντα αργώ να κοιμηθώ,

που εσύ κοιμάσαι γερμένος στο δεξί σου το πλευρό

και με τα χέρια έξω απ’ τα σκεπάσματα

και την ανάσα σου ζεστή ανάμεσα στα χείλη.

 

Μπαίνω αθόρυβα μες στο δωμάτιο,

φιλάω το μάγουλό σου απαλά

και σε σκεπάζω να μην ξυπνήσεις

από την παγωνιά που κυριεύει, κοντά στα ξημερώματα,

τον ύπνο των αθώων και τον ύπνο των παιδιών.

 

Τις νύχτες πάντα αργώ να κοιμηθώ,

μένω ξύπνιος καθισμένος στο γραφείο μου

μ’ ένα ποτήρι πλάι μου

και προσπαθώ να βρω την αρχή και την κατάληξη

δεκάδων αφηγήσεων που κρύβει το μυαλό μου

και τη συνέχεια φράσεων σκοτεινών

που ηχούν παράξενα μέσα στον νου 

κι εγώ ο ίδιος απορώ με την επιμονή τους.

 

Κοιτάζω τη μαύρη θάλασσα κάτω απ’ τον μαύρο ουρανό,

και ονειρεύομαι ταξίδια στο Παρίσι και στη Νέα Ορλεάνη,

στη Βαρκελώνη και στην Καλλιδρομίου,

στη Λισαβόνα και στην Αγία Παρασκευή·

 

ή αγκαλιάζω τρυφερά και φιλώ τα χείλη

Εκείνης που, άλλες τόσες νύχτες, με τα μάτια

και τα χάδια της, με τους γυμνούς της ώμους

και το απαλό της δέρμα 

με κάνει ευφρόσυνα στο πλάι της να αγρυπνώ.

 

Σπρώχνω στην άκρη το πληκτρολόγιο

και διαβάζω ξανά την Ιλιάδα

και τα αέρινα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη

(πάλι ο ήσυχος ο αχώριστος της σιωπής

βρίσκομαι στη φωλιά μου), καθαρίζω ένα μήλο

και πίνω δροσερό κρασί από τη Μαντινεία.

 

Και δεν κοιμάμαι τις πιο πολλές φορές

προτού να πάει η ώρα δύο ή τρεις τα ξημερώματα –

για να τρέξεις εσύ και να χωθείς στο κρεβάτι μου

γελώντας, κατά τις επτά το πρωί,

και ν’ αρχίσει η καινούρια μέρα.   

 

Τις νύχτες πάντα αργώ να κοιμηθώ,

που εσύ κοιμάσαι όμορφα

γερμένος στο δεξί σου το πλευρό

και ονειρεύεσαι, κάτω από τα κλειστά σου βλέφαρα,

σοκολάτες και πλεούμενα με κόκκινα πανιά,

Coney Island of the mind και ιπτάμενα χαλιά

αναίμακτους πολέμους με τα ξύλινα σπαθιά

ή προβάρεις μέσα στο όνειρο

το οργισμένο βλέμμα των δεκαεπτά χρονών

που ακόμη δεν έχεις στρέψει κατά πάνω μου.

 

 

 

  

 

ΙΙ.

 

 

Μια φορά μήπως δεν είχα νιότη αξιαγάπητη,

ηρωική, μυθική, γραμμένη σε φύλλα χρυσού,

περίσσια τύχη!

Arthur Rimbaud

 

 

Απόψε όμως ξεφυλλίζω, μετά από χρόνια,

το ίδιο εκείνο αντίτυπο των ποιημάτων του Ρεμπώ

που έχω απ’ τα δικά μου δεκαεφτά

(ονειρεύτηκα σταυροφορίες, άγραφες

εξερευνήσεις, δημοκρατίες χωρίς ιστορία,

θρησκευτικούς πολέμους αποσοβημένους, επαναστάσεις

ηθών, αποκοπές φυλών και ηπείρων. Πίστεψα

σε κάθε δυνατή μαγεία. Ανακάλυψα

το χρώμα των φωνηέντων)  

παρατάω, για μια μακριά στιγμή, το διάβασμα

για να κοιτάξω το λεπτό εξώφυλλο,

που είναι μεριές-μεριές τσαλακωμένο

και μεριές-μεριές λερωμένο

από τότε που όλη την ώρα το κουβαλούσα

στην τσέπη του μπουφάν μου και στην τσάντα μου

όπως, λίγους μήνες νωρίτερα

λίγους μήνες αργότερα, τη Νάντια

του Μπρετόν ή τα ποιήματα του Εμπειρίκου

και του Μπουκόφσκι τα λεκιασμένα σημειωματάρια.

 

Έτσι μεγάλωσα κι αναρωτιέμαι,

κοιτάζοντας απ’ το παράθυρό μου 

το φλύαρο σκοτάδι και τα σιγαλέα φώτα του δρόμου,

αναρωτιέμαι αν θα είναι τα ίδια αυτά βιβλία

που και εσύ θα χώνεις βιαστικά μέσα στην τσάντα σου

προτού να βγεις από το σπίτι.

 

Μα όχι, δεν θα ‘μαι εγώ που θα σ’ τα δώσω·

θα είναι κάποιος σύντροφος δικός σου,

ένα κορίτσι απ’ το υπόγειο ή ένα αγόρι από τον κήπο,

μιας ηλικίας σου που ακόμη δεν έχει φτάσει

και που ίσως εγώ ποτέ να μη γνωρίσω,

που θα σου ανοίξει την πόρτα για τη μεγάλη μέθη.

 

Όπως ήταν ο Κοσμάς για μένα που, έναν καιρό,

με έξαψη και ενθουσιασμό,

μου πρωτομίλησε αυτός για τα βιβλία του Κέρουακ

και η Μαρία μού τραγούδησε, πρώτη φορά,

τις θλιμμένες μελωδίες του Leonard Cohen

και την αγκάλιαζα εγώ τρυφερά. 

 

Ποιο θα ‘ναι το βιβλίο, ποιο θα είναι άραγε

το τραγούδι που θα σε σπρώξει, άξαφνα μα τρυφερά,

να πάρεις την πρώτη της ζωής σου απότομη στροφή;

 

Όπως οι Doors έκαναν για μένα,

όταν τους άκουσα πρώτη φορά

από μια κακογραμμένη κασέτα του αδελφού μου

και άκουσα ύστερα, μέσα σε λίγες μόνο μέρες,

όλες μαζί τις κασέτες και τα βινύλια τού αδελφού μου

και ο κόσμος όλος γύρισε ανάποδα

και άναψα το πρώτο μου τσιγάρο για να ισορροπήσω.

 

Ήταν οι Led Zeppelin τότε και ο Σαββόπουλος,

οι Rolling Stones και ο Rory Gallagher,

αυτοί που έβαζαν φωτιά στα όνειρα και στις κουβέντες μας,

μα ήταν πάντα το όνομα του Jim Morrison

που με τον κόκκινο ή με τον μαύρο μαρκαδόρο

γράφαμε εμείς πάνω στις τσάντες μας

και στα χακί αμπέχονα: Jim Morrison is our father

και έτσι ήτανε στ’ αλήθεια.

 

Ποιος θα σταθεί για σένα αληθινός πατέρας,

όταν δεν θα θέλεις πια να είμαι εγώ;

 

Ποιος θα σου ψιθυρίσει στο αφτί

την ώρα του πιο πληκτικού μαθήματος,

σαν να ‘ναι το σύνθημα και το παρασύνθημα

για ν’ ανοιχτούν όλες οι πόρτες,

το όνομα του Guy Debord

και το όνομα του Ανδρέα Μπρετόν

ή τους συνταρακτικούς στίχους του Άλεν

Γκίνσμπεργκ και του Nick Cave;

 

Θα ‘θελα, σκέφτομαι, να είμαι εγώ που κάποια

πρώτη του Μαρτίου θα πλέξω τις τρεις κλωστές

που θα σε φυλάξουνε από τον τρόμο και την ακινησία,

από την πλήξη και την απελπισία

(τη γαλάζια, την κόκκινη και τη λευκή κλωστή),

για να σου τις φορέσω στον αριστερό καρπό:

Ποίηση Έρωτας Ελευθερία, Ποίηση Έρωτας

Ελευθερία, Ποίηση Έρωτας Ελευθερία.

 

Μα ξέρω πως το μόνο που εγώ μπορώ είναι ποτέ

να μη βγάλω από το δικό μου χέρι την ποίηση,

τον έρωτα, την ελευθερία,

το μόνο που εγώ μπορώ

είναι να μην πάψω ποτέ ν’ αρνούμαι

ό,τι δεν είναι ποίηση κι ό,τι δεν είναι έρωτας

κι ό,τι δεν είναι ελευθερία.

 

Και να μην πάψω ποτέ να αγαπάω παράφορα

και να ονειρεύομαι εξαίσια

και να περιπλανιέμαι απερίσκεπτα

και να σε ακούω ακούραστα.

 

 

 

 

ΙΙΙ.

 

 

Φορτώσου τον σάκο σου, αγαπημένε μου γιε, και εγώ

τον δικό μου, και ας βιαστούμε, Θαυμάσιες πόλεις

 και ελεύθερα έθνη θα βρούμε καθώς πηγαίνουμε.

Walt Whitman

 

 

Να περιπλανιέμαι μαζί σου δεν κουράζομαι ποτέ,

δεν κουράζομαι ποτέ να σε ακούω ασταμάτητα να ρωτάς,

γιατί το αγαπημένο μου ποίημα δεν είναι πια,

δεν είναι πια Το μεθυσμένο καράβι και Η ελεύθερη ένωση,

δεν είναι Ο Κρητικός και Η μπαλάντα του γέρου ναυτικού,

δεν είναι πια το Ποίημα του Οκτώβρη και η Ωδή

στον δυτικό άνεμο (δεν είναι πια η Ωδή στον δυτικό άνεμο),

δεν είναι πια Τα ελεγεία της Οξώπετρας

και Οι γάμοι του ουρανού και της κόλασης.

 

Το αγαπημένο μου ποίημα είναι τώρα οι λέξεις

που ακούω να βγαίνουν απ’ τα χείλη σου συλλαβιστά,

οι λέξεις, όταν στέκεις μπρος στη βιβλιοθήκη και,

γέρνοντας το κεφάλι μια δεξιά και μια στ’ αριστερά,

προσπαθείς να διαβάσεις τους ακατανόητους

τίτλους των βιβλίων μου

και τι πάει να πει – με ρωτάς – Ερυθρογράφος ή

ποιος είναι Ο γραμματικός πίθηκος.

 

Το αγαπημένο μου ποίημα είναι πια

οι δίφθογγοι και τα φωνήεντα

που σε μπερδεύουνε στην άγουρη ανάγνωσή σου

και γελάω μαζί σου και γελάς κι εσύ

και απορείς γελώντας.

 

Το αγαπημένο μου ποίημα

είναι τα, επτά όλα κι όλα, γράμματα τού ονόματός σου,

που αυτά έχεις μάθει να τα γράφεις σωστά

και τα δοκιμάζεις σε κάθε κομμάτι χαρτιού που πέφτει

στα χέρια σου (στην πρώτη σελίδα του βιβλίου

που διαβάζω απόψε, στο σημειωματάριο

όπου αποτυγχάνω τα δικά μου ποιήματα

– και ξαναδοκιμάζω, για ν’ αποτύχω καλύτερα –

σε μια τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα, στην Ιλιάδα μου).

 

Το αγαπημένο μου ποίημα είναι τώρα

η απρόβλεπτη κίνηση του χεριού σου,

με το μολύβι ή τον μαρκαδόρο στα δάχτυλα,

που γεμίζει το δωμάτιο και τον νου μου με σπίτια

και με φεγγάρια, με βάρκες και με φάλαινες,

με ανθρώπους και ιπτάμενα αυτοκίνητα,

με το κόκκινο της αστραπής και με το θαλασσί του ήλιου.

 

Το αγαπημένο μου ποίημα είναι οι 400 ερωτήσεις

που με ρωτάς, όταν σε κρατάω από το χέρι

και κατηφορίζουμε προς την πλατεία,

για να παίξεις με τα χώματα και με τους φίλους σου

κι εγώ κάθομαι μ’ έναν καφέ ανάμεσα στις χούφτες μου

και διαβάζω την εφημερίδα μου

ή κοιτάζω τη χαρούμενη σκόνη

που σηκώνεται απ’ το παιχνίδι σας

και σκεπάζει όλη μου τη μελαγχολία,

 

το αγαπημένο μου ποίημα είναι οι 400 ερωτήσεις

που με ρωτάς, όταν σε κρατάω από το χέρι

και πηγαίνουμε στον φούρνο

και όταν σε κρατάω από το χέρι και πηγαίνουμε στην παραλία,

για να πετάξουμε πλατιές πέτρες στη θάλασσα

και να κοιτάξουμε τις βάρκες και τα πλοία,

που δεν χορταίνεις να τα κοιτάζεις και ασταμάτητα

να με ρωτάς.

 

Το σιγανό ψιχάλισμα της βροχής, το φτερούγισμα ενός πουλιού,

ένας μοναχικός διαβάτης – οι πιο συνηθισμένοι ήχοι,

τα πιο κοινά πράγματα έχουν τη δύναμη να σε ρίχνουν

από τα ύψη της έκστασης στα βάραθρα της απελπισίας.

Στον βυθό του νου σου ο ρυθμός χτυπάει ασταμάτητα –

αυτό δεν είναι που σε κάνει ποιητή; σου ψιθυρίζω

κι η απάντησή σου είναι ακόμη περισσότερες ερωτήσεις:   

   

 

Γιατί φυσάει ο άνεμος και φεύγουνε τα σύννεφα προς τα αριστερά;

Γιατί όταν κοιμόμαστε πληθαίνουνε τ’ αστέρια;

Πού πάει ο ήλιος όταν δεν φωτίζει τα βήματά μας;

Γιατί είναι το μετάξι απαλό κι η πέτρα μάς πληγώνει;

Γιατί φανερώνεται το ουράνιο τόξο;

Ποιος γεμίζει με νερό το Νείλο και τα μάτια μας;

Γιατί η θάλασσα, γιατί η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζει

και έχει γίνει ο ουρανός ένας καθρέφτης σκοτεινός

στις προσευχές του ανθρώπου;

Τι γίνονται οι άνθρωποι όταν δεν αναπνέουν;

Τι θέλουν τ’ άστρα τριγυρίζοντας χωρίς σταματημό

στου ουρανού τα κάστρα;

Ποιος κλαίει; Ποιος γελάει;

Γιατί δεν απαντάει ο Θεός στους χτύπους της καμπάνας;

Γιατί ο βοριάς παγώνει την ανάσα μας και μας δροσίζει ο νοτιάς;

Ποιος είναι αθάνατος και ποιος θεός

γκρέμισε αυτά τα τείχη;

Γιατί μόνο η νυχτερινή βροχή και του στήθους το αίμα

μπορούν, αυτά τα δυο, τη δίψα μας να σβήσουν;

 

  

Για να σου ψιθυρίσω άλλη μια φορά: Είσαι νέος,

προσπάθησε ν’ αγαπήσεις τα ίδια σου τα ερωτήματα,

σαν να ‘τανε κλειστά δωμάτια ή βιβλία

γραμμένα σε άγνωστη γλώσσα. Μη γυρεύεις να πάρεις απαντήσεις,

να ζεις. Για την ώρα, να ζεις τα ερωτήματά σου.

 

 

    

 

IV.

 

Ω αγόρι του ιλαρού σκολειού των εφτά χρόνων.

Κωστής Παλαμάς

   

 

Να αναρωτιέσαι και να ζεις τα ερωτήματά σου,

ν’ αναρωτιέσαι και να ξαγρυπνάς γυρεύοντας τις απαντήσεις,

που ούτε ο άνεμος ούτε ο ήλιος μήτε κι εγώ

έχω να σου τις δώσω, όσο κι αν ήθελα

να είμαι εγώ ο δάσκαλος που θα αγαπήσεις

και ο δάσκαλος που θ’ αρνηθείς,

ο δάσκαλος που θα διδαχθεί το μέλλον από σένα

και, απ’ την αρχή, ολόκληρο το παρελθόν του

– ο δάσκαλος που δεν συνάντησα ποτέ

και πάντα τον ζητάω.

 

Ποιοι θα σταθούν, αναρωτιέμαι

οι δικοί σου δάσκαλοι, ποιοι οι πιστοί σου σύντροφοι;

Σε ποιους δρόμους και σε ποιες πλατείες,

χαρούμενος ή απελπισμένος, μόνος

ή κρατώντας σφιχτά το αγαπημένο χέρι, θα βαδίσεις;

Σε ποια πόλη θα συναντήσεις εκείνες τις γραμμές

του ορίζοντα που αναπαύουν την ψυχή

και σε ποιους δρόμους θα βρεις τα φωτεινά στέκια

που θα αγκαλιάσουν την ανήσυχη καρδιά σου;

 

Ξαπλωμένος τις νύχτες στο κρεβάτι σου

για ποια φιλοδοξία θα δαγκώνεις

με λύσσα το μαξιλάρι σου, για ποιαν αποτυχία

θα κοιτάζεις έξω από το παράθυρο

με δακρυσμένα μάγουλα 

και ποιος θάνατος θα συγκλονίσει τη δική σου ψυχή;

Με ποιαν άβυσσο σού μέλλεται

κατάματα να κοιταχτείς;

 

Ποια συμβουλή δεν θ’ ακουστεί κούφια

στην ακοή σου;

 

Ν’ αφήνεσαι ελεύθερος

να κομματιάζεσαι πάνω στης όρασης τα βράχια.

Μη δίνεις την ανάσα σου

μέσα στα βρόμικα νερά της ανοχής.

Ακούμπα το κορμί σου

πάνω στα βάλσαμα της ηδονής

και πέταξε από πάνω σου

κάθε ρανίδα ησυχίας.

Τόλμα εικόνες, σχίσε συνταγές,

ξενύχτα περιμένοντας.

Ξαπλώσου κάτω από τις λεμονιές

και δες τες που ανθίζουν.

 

Σου εύχομαι ένα μέλλον που, όσο κι αν δοκιμάζω,

μόλις που κατορθώνω να υποψιαστώ.

 

Σου εύχομαι να αγαπήσεις τρελά.

 

   

    Καλοκαίρι 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    Σχόλια


Of all the bistros, in all the towns, in all the world, you walked into this one. Μικρός που είναι ο κόσμος, Χαρά!

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 

Συνάδελφε, τι έκπληξη! Είχαμε γνωριστεί στο γυμνάσιο στην Πύλο το 2004, αν δεν κάνω λάθος. Να είσαι καλά, με συγκίνησε πολύ η γραφή σου. Πάντα τέτοια και καλή σου επιτυχία σε ό,τι επιθυμεις. Χάρηκα πραγματικά. Με εκτίμηση, Χαρά

Χαρά Νικολακοπούλου

 

Διάνοια, συναίσθημα, τρυφερότητα, στέρεη γνώση, ερωτικό βλέμμα για τη ζωή,διαίσθηση, ολοκληρωμένη ενόραση.Έτσι μπορώ να περιγράψω αυτά που αποκόμισα διαβάζοντας το Γράμμα σ'ένα πολύ νέο ποιητή.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα

bakonika,blogspot.com

 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας