Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Πλυντήριο

Ελένη Φουρνάρου

 

Όταν δεν έβρισκε ξύλο να χτυπήσει, χτυπούσε ελαφρά το κεφάλι της. Στο κέντρο του μετώπου και λίγο προς τα δεξιά. Δήθεν αφηρημένα, σαν να χε ημικρανία. Καμιά φορά, όταν αυτό που φοβότανε σκαρφάλωνε ψηλά στην κλίμακα του πολύ τραγικού, το χτυπούσε και με τα δυο της χέρια. Επίμονος πονοκέφαλος, δήλωνε έτσι στους γύρω. Για να μην την κοιτάξουν ξαφνιασμένοι και την περάσουν για τρελή.

Ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει αυτήν την παιδιάστικη εμμονή. Χτύπα ξύλο. Για να σε ακούσουν οι νεράιδες του δάσους και να πάρουν τα μέτρα τους. Για να ξορκίσουν γρήγορα το κακό. Όπου κακό ο θάνατος, φυσικά. Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, ειδικά από το παιδί και μετά, κάθε τι που διάβαζε ή έβλεπε ή άκουγε ή σκεφτόταν και θεωρούσε τραγωδία: μια αναπηρία μόνιμη, μια αρρώστια εξουθενωτική, ακόμα και οι καθημερινές απώλειες ή οι δυσάρεστες παρεκκλίσεις. Τίποτα δεν ήθελε ν αγγίξει το γιο της, ούτε τα τόσο δα απρογραμμάτιστα.

Γι αυτό είχε εξοργιστεί τόσο πολύ με τις καινούριες μαλακίες του πατέρα του. Γιατί τους έβγαζαν από το πρόγραμμα της. Την ανακουφιστική ρουτίνα της. Και δεν είχε προλάβει να χτυπήσει ξύλο γι αυτό. Τι να ξορκίσει; Το να βρει ο άντρας της γκόμενα; Ούτε ως φάρσα δεν της είχε περάσει από το μυαλό. Όχι ως τραγωδία!

Κι όσο καθόταν και το σκεφτόταν ακίνητη, απορροφημένη τάχα από τα ασπρόρουχα που κοπανιόντουσαν στο πλυντήριο, τόσο την τσάκιζε αυτή της η αμέλεια. Άραγε, αν το χτυπούσε τώρα, θα πιανε;

  

Ο σπόρος, αντίθετα, ήταν πραγματικά απορροφημένος από τις μαγικές στροφές του κάδου. Από τις φούσκες που αράδιαζε γυρνώντας. Και χαιρόταν που, επιτέλους, το είχε καταλάβει και η μαμά. Πρώτη φορά καθόταν μαζί του να το κοιτάζει. Με τέτοια προσήλωση. Ας χτυπούσε πότε-πότε το κεφάλι της σαν χαζή.

Μακάρι να ήταν εδώ κι ο μπαμπάς, θα μπορούσε να σκέφτεται αν μπορούσε να σκέφτεται. Του άρεσε ο μπαμπάς του. Είχε μεγάλα χέρια που τον σήκωναν ψηλά. Και του τραγουδούσε. Κάτι δικά του τραγούδια, άλλα από τα νανουρίσματα που του έλεγε η μαμά. Ωραία τραγούδια. Με ήρωες. Μετά τον φιλούσε και τον τσιμπούσαν τα γένια του.

  

Εκείνη σκεφτόταν ακόμα αυτόν. Και την άλλη. Αυτόν με την άλλη.

 

 Και αυτός σκεφτόταν την άλλη. Την απιστία του. Το έγκλημά του, που στάθηκε στο μικρόκοσμό τους σαν στραβή μπουκιά που κανείς τους δεν κατάφερνε να καταπιεί. Ούτε αυτός, ούτε εκείνη. Ούτε η άλλη.

Μόνο που αυτός δεν χτυπούσε ποτέ ξύλο γιατί ήταν ορθολογιστής. Δεν πίστευε στις νεράιδες. Μόνο στις κακές μάγισσες, τελευταία. Που τον εμπόδιζαν να είναι με τη νεράιδα του.

Ανοιγόκλεισε εμφατικά τα μάτια του να διώξει το παράλογο. Το φόβο πως όταν κάνεις κάτι κακό, κάτι κακό θα σου γίνει. Αυτός δεν πίστευε σ αυτά. Και δεν είχε τύχει ποτέ να δει τη γυναίκα του να χτυπάει το κεφάλι της προληπτικά για να την αντιγράψει. Αυτός δεν πίστευε στις προλήψεις. Ούτε είχε κάνει κάτι κακό. Απλά έπρεπε να την αφήσει. Γιατί δεν μπορούσε να τους αφήσει.

  

Το χτύπημα του κινητού του τους βρήκε και τους τρεις να κοιτάζουν τον κάδο. Εκείνη χτύπησε το κεφάλι της. Εκείνος τη χτύπησε καθησυχαστικά στην πλάτη. Κι ο σπόρος χτύπησε παλαμάκια: Επιτέλους! Κάθονται όλοι μαζί να κοιτάξουν το πλυντήριο!

            Και κανείς δεν πήγε να σηκώσει το τηλέφωνο.

 


Ελένη Φουρνάρου:

Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα.
Το πρώτο της μυθιστόρημα "Το πλήρωμα του χρόνου και ο Μήτσος" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική

και μπορείτε να το διαβάσετε δωρεάν εδώ: Το πλήρωμα του χρόνου και ο Μήτσος
Τώρα ετοιμάζεται να εκδώσει το δεύτερο, ενώ προσπαθεί να τελειώσει και το τρίτο.
Όταν ήταν μικρή ήθελε να γίνει rock star. Ακόμα δεν τα έχει καταφέρει.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας