Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Η κόκκινη βέσπα

Γιάννης Φαρσάρης

 

         Η κόκκινη βέσπα πήρε μπρος με δυσκολία. Ο Νικόλας βούτηξε νευρικά μέσα στο ποτάμι των αυτοκινήτων και άρχισε το ταξίδι προς το κέντρο της πόλης. Το καυτό αεράκι που τον χτύπαγε στο πρόσωπο δεν κατάφερε να διώξει τις άσχημες σκέψεις του. Τις τελευταίες μέρες ήταν δύσθυμος, σκεφτικός και απότομος, μα όλοι θεωρούσαν πως ήταν η φυσιολογική αντίδραση εν αναμονή του επερχόμενου γάμου του.

         Στο φανάρι έβγαλε από την τσέπη το τσαλακωμένο πακέτο κι άναψε με στυλ ένα τσιγάρο. Πήγαινε να παραλάβει το γαμπριάτικο κοστούμι του, που είχε αφήσει για στένεμα. Είχε ξημερώσει η παραμονή του γάμου του, χωρίς ακόμα να μπορεί να το συνειδητοποιήσει. Το μυαλό του είχε μείνει κολλημένο εκεί ψηλά στο Βερολίνο, όπου πέρασε τα πέντε πιο υπέροχα χρόνια της ζωής του κάνοντας μεταπτυχιακά.

         Ήταν νέος δικηγόρος ο Νικόλας και μάλιστα αριστούχος με εξαιρετικές προοπτικές. Ήταν και πανέμορφος άνδρας, ποθητός και ζηλευτός, με αρμονικές γωνίες και αστραφτερό χαμόγελο. Πλην όμως ντροπαλός κι εσωστρεφής. Ήταν ο νόστος που τον οδήγησε πίσω στην πατρίδα για να πιάσει δουλειά κι ας πέρναγε υπέροχα εκεί ψηλά στην παγωμένη πόλη. Ψέματα, δεν ήταν ο νόστος που τον οδήγησε πίσω στην πατρίδα, ήταν εκείνη η νύχτα που την είδε αγκαλιά με τον καλύτερό του φίλο. Ζωγράφος ήταν άλλωστε, ελεύθερο πνεύμα, πώς να κατευνάσει ορμές και να αρνηθεί εμπειρίες; Τη μέρα που τη γνώρισε φορούσε έξι σκουλαρίκια στο αριστερό αυτί, μετά που πλάγιασαν μαζί άνοιξε και έβδομη τρύπα…

         Ήταν το καμάρι των γονιών του, δυο καλοκάγαθων μικροαστών, που θυσίασαν τα πάντα για την προκοπή των παιδιών τους. Ο περήφανος πατέρας του σκίστηκε να του βρει δουλειά μόλις του ανακοίνωσε την επιστροφή στις ρίζες. Ήταν περιττό, αλλά τον άφησε να τρέξει για να νιώσει πιο πατέρας. Ένα απλό fax με το φορτωμένο βιογραφικό του στο πιο φημισμένο δικηγορικό γραφείο, ήταν αρκετό για την πρόσληψή του.

         Ο κύριος Λεωνίδας, το βαρύ πυροβολικό του ποινικού, ενθουσιάστηκε μαζί του από την πρώτη μέρα συνεργασίας τους. Και τον έριξε στα βαθιά των υποθέσεων κατευθείαν. Και περνώντας οι μέρες, το χαμόγελο του κυρίου Λεωνίδα όλο και πλάταινε. Στην αρχή ο Νικόλας νόμιζε πως χαιρόταν γιατί του θύμιζε τον εαυτό του στα νιάτα του. Μετά κατάλαβε πως σε αυτόν στήριζε το μέλλον του γραφείου του, καθώς τα χρόνια του μέχρι τη σύνταξη στέρευαν επικίνδυνα. Κι από αφεντικό ήθελε να γίνει μέλλων πεθερός, καθώς η μοναχοκόρη του, μέλος κι αυτή της δωδεκαμελούς ομάδας του γραφείου, ήταν ψιλοάχρηστη δικηγόρος.

         Εκεί στύλωσε τα πόδια ο Νικόλας και έκοψε τις πολλές οικειότητες στο αφεντικό και την καλημέρα στην Ισμήνη με το βαρύ επώνυμο. Εκεί ήταν που το σύμπαν συνωμότησε εναντίον του και τον κόλλησε στον τοίχο. Γονείς, συγγενείς, φίλοι, εχθροί, γνωστοί και άγνωστοι υποκλίθηκαν άπαντες στο βαρύ επώνυμο κι έκαναν όλοι τον ίδιο ανυπόφορο συνειρμό: Τι ταιριαστό ζευγάρι!

         Κι έτσι βρέθηκε κολλημένος στον τοίχο από τη μια, με το τείχος του Βερολίνου από την άλλη να τον πλακώνει και θόλωσε. Τη μέρα που ο κύριος Λεωνίδας τον κάλεσε στην πολυτελή βίλα του - μετά των γονιών του - για να γνωριστούν, τηλεφώνησε στο Βερολίνο. «Πόσα σκουλαρίκια έχει η λεγάμενη στο αριστερό αυτί; Πόσα; Έντεκα; Εντάξει, σ’ ευχαριστώ, θα την παντρευτώ την Ισμήνη!». Ο μικροαστός μπαμπάς αγόρασε μετά από χρόνια καινούριο κοστούμι για τη μεγάλη επίσκεψη, για τη δε μαμά δεν το συζητάμε…

         Δεν θα την έλεγες και άσχημη κοπέλα την Ισμήνη, όμορφη όμως στα δικά του μάτια δεν ήταν. Περνούσε και ώρες πολλές στο τρίγωνο μπουτίκ – κομμωτήριο – ινστιτούτο αισθητικής. Δεν θα την έλεγες και χαζή την κοπέλα, έξυπνη όμως για το δικό του το μυαλό δεν ήταν. Ένα πτυχίο Νομικής πάντως το είχε. Δεν θα την έλεγες και χοντρή την κοπέλα, αδύνατη όμως στα δικά του μάτια δεν ήταν. Μια συνδρομή πάντως στο πιο γκλαμουράτο γυμναστήριο την είχε. Νύφη πάντως περιζήτητη θα την έλεγες κι εσύ, κι αυτός κι ολόκληρη η πόλη. Ήταν κι οι φήμες που έλεγαν πως το «έψιλον εννιά» της το καταθέτει σε δερματόδετο τόμο κάθε χρόνο στην εφορία. Ήταν και που γλυκοκοίταξε τα γκριζοπράσινα μάτια του κατευθείαν την πρώτη μέρα που πήγε στο γραφείο, άρεσε και στον μπαμπά της, είχαν γίνει κι έντεκα τα σκουλαρίκια, τα πολλά λόγια ήταν περιττά…

         Το φανάρι άναψε πράσινο, πέταξε τη γόπα στην καυτή άσφαλτο και γκάζωσε με δύναμη. Δυο καβούρια δάγκωναν με μανία τα μηνίγγια του και το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει από τον πονοκέφαλο. Ήταν το μπουκάλι που άδειασε το προηγούμενο βράδυ, γιατί δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. Η σκέψη του ταξίδευε διαρκώς εκεί ψηλά στη μοιρασμένη πόλη και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Έφτασε συνοφρυωμένος στο ακριβότερο ανδρικό μαγαζί της πόλης, δοκίμασε μηχανικά το φιρμάτο κοστούμι και φόρτωσε στη μηχανή την τεράστια τσάντα για να επιστρέψει στο σπίτι. Το μόνο που δέχτηκε να κάνει για το γάμο ήταν να επιλέξει κοστούμι. Όλα τα υπόλοιπα τα ανέλαβε εν λευκώ η λουσάτη πεθερούλα του με την μοσχαναθρεμμένη κορούλα της, προσεχώς κορώνα στο κεφάλι του. Ο πεθεροαφεντικός του, με το που ορίστηκε η ημερομηνία του γάμου, έκανε μια συμβολική κίνηση που συζητήθηκε με φθόνο στα σαλόνια της υψηλής τους κοινωνίας. Πρόσθεσε το όνομά του στην ταμπέλα της βαριάς ξύλινης πόρτας του μυθικού δικηγορικού του γραφείου, ορίζοντάς τον ως συνεταίρο. Και πρόσθεσε μόνο το όνομά του κι όχι της πολυαγαπημένης του κορούλας, καθώς εκείνη την προόριζε για το μεγάλωμα των παιδιών τους. Χωρίς αρχές και πρωτόκολλα δεν πάει μπροστά αυτή η κοινωνία…

         Στο φανάρι ξανάβγαλε απ’ την τσέπη του το τσαλακωμένο πακέτο κι άναψε άλλο ένα βαρύ τσιγάρο. Μετρούσε τα χαζά δευτερόλεπτα παρατηρώντας αφηρημένος τους περαστικούς με μισόκλειστα μάτια, καθώς πάνω στη φούρια του είχε ξεχάσει να πάρει τα γυαλιά ηλίου. Ένας έντονος ήχος τακουνιών του τράβηξε την προσοχή. Γύρισε νωχελικά το βλέμμα στο πεζοδρόμιο και έμεινε να κοιτάει με μισάνοιχτο στόμα. Η ωραιότερη γυναίκα που είχε δει ποτέ στη ζωή του περπατούσε με περίσσιο νάζι στο πεζοδρόμιο. Ήταν ψηλή, ήταν ξανθιά, φορούσε ένα κατάλευκο στενό φόρεμα που διέγραφε τις υπέροχες καμπύλες της, κι είχε ένα πρόσωπο βγαλμένο από πριγκιπικό παραμύθι. Ξεροκατάπιε σαστισμένος. Ούτε που πρόσεξε τον μαυροντυμένο τύπο που περπατούσε δυο βήματα μπροστά της, μιλώντας στο κινητό. Μέχρι που γύρισε απότομα και της έριξε ένα χαστούκι, όλο δικό της. «Περπάτα μωρή πιο γρήγορα, σου είπα, θα αργήσουμε!» της ούρλιαξε και συνέχισε να βαδίζει γοργά. Εκείνη έπιασε ασυναίσθητα το μάγουλό της και παραλίγο να πέσει προσπαθώντας να ισορροπήσει πάνω στις δωδεκάποντες γόβες της.

          Ο Νικόλας έκανε να ορμήσει στον τύπο που είχε το θράσος να χαστουκίσει μια κοπέλα, όμως κρατήθηκε από την ουρά μιας σκέψης. Πρόσεξε καλύτερα το παράταιρο ζευγάρι και μπήκε στο νόημα. Εκείνη ήταν υπερβολικά έντονα βαμμένη για πρωί, κι εκείνος ήταν στερεοτυπικά άγριος για το ρόλο του. Τράβηξε μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο του και αφέθηκε στην εικόνα της. Τη λυπήθηκε η ψυχή του καθώς την είδε να βαδίζει ακριβώς μπροστά του στη διάβαση των πεζών. Εκείνη ένιωσε το βλέμμα του και γύρισε να τον κοιτάξει. Ευτυχώς που η διπλανή εκκλησία είχε αλεξικέραυνο για να συλλέξει τον ηλεκτρισμό που γεννήθηκε μόλις συναντήθηκαν οι ματιές τους. Η μελαγχολία για τη φυλακή που βρισκόταν ξεχείλιζε το πρόσωπό της και ταίριαξε με τη δικιά του μελαγχολία για τη φυλακή που ετοιμαζόταν να μπει. Εκείνη σάστισε και στάθηκε ακίνητη στη μέση του δρόμου, σαν κάποιος να πάγωσε την εικόνα. Τα βλέμματά τους κόλλησαν για ένα δευτερόλεπτο πριν μπει ξανά στο οπτικό πεδίο ο μαυροντυμένος τυπάς, που ερχόταν απειλητικά προς το μέρος της. Το πρόσωπό της συσπάστηκε από τρόμο και το μόνο που κατάφερε να ψιθυρίσει στον άγνωστο νεαρό ήταν «Σώσε με!». Το χέρι του μάγκωσε το γκάζι και, πριν προλάβει να σκεφτεί, της έκανε νόημα να καβαλήσει την κόκκινη βέσπα. Της έφυγε το ένα τακούνι στην ενστικτώδη προσπάθεια να σκαρφαλώσει στη σέλα και κατάφερε μόλις την ύστατη στιγμή να αποφύγει το απλωμένο χέρι του συνοδού της, ενώ εκείνος μάρσαρε ανάμεσα σε πεζούς και αυτοκίνητα.

       «Γύρνα πίσω καριόλη!», άκουσε την αγριεμένη φωνή πίσω του, αλλά δεν μάσησε κάστανο γιατί είχε ήδη μεθύσει από το άρωμά της. Κόντεψε μόνο να τρακάρει όταν τον αγκάλιασε ζεστά κολλώντας τον θεϊκό κορμί της πάνω του και του ψιθύρισε μελωδικά στο αυτί «Σ’ εφκαριστώ αγκόρι!» με βαριά ανατολική προφορά. Κοίταξε το υπέροχο χαμογελαστό πρόσωπό της από το καθρεφτάκι της βέσπας, κι αφού ένιωσε σίγουρος πως μια τέτοια γυναίκα ήθελε στο πλευρό του, πέταξε την τεράστια τσάντα με το γαμπριάτικο κοστούμι στον πρώτο κάδο που συνάντησε…


Γιάννης Φαρσάρης:

O Γιάννης Φαρσάρης γεννήθηκε στην Ιεράπετρα το 1973. Σπούδασε Επιστήμη Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και Εκπαίδευση Ενηλίκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης και εργάζεται ως Καθηγητής Πληροφορικής.

Το μυθιστόρημά του με τίτλο “Johnnie Society” και η συλλογή μικρών ιστοριών “Εβδόμη Εσπερινή” διανέμονται ελεύθερα σε μορφή ψηφιακού βιβλίου στον δικτυακό τόπο www.openbook.gr

 

copyright 2009-2010, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας