Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Τα καλύτερά μας χρόνια

Αρχοντούλα Διαβάτη

 

Εκλογές πλησιάζουν, δε θα βγούμε; Ηταν το αστείο τους. Μια στις τόσες έβγαιναν με τους άντρες τους , να πιουν ένα κρασί. To Σεπτέμβριο τελικά, σε μια ταβέρνα στην Άθωνος, βρεθήκανε μετά από ένα σωρό τηλεφωνήματα και παλινωδίες οι παλιές φιλενάδες. Κολλητές, διπλανές στο θρανίο στο Γυμνάσιο και μετά σπουδές, δουλειά, γάμος, παιδιά -  μ αυτή τη σειρά..

            Ώριμες τώρα με όλο και πιο λίγα κοινά μεταξύ τους, αλλαγμένες, εγωκεντρικές πούσαι νιότη πούλεγες πως θα γινόμουν άλλος..

Η πολιτική, τα  ανέκδοτα, και τα πειράγματα, όπως πάντα, κι  ωστόσο η βραδιά κάπου σκαλώνει .Η Λουκία, η Φωτεινή ,η Τασούλα, από ένα τρήμισυ η καθεμιά - έτσι αυτοαποκαλούνταν σκασμένες στα γέλια - ενός τίνος;-  ιδεατού όλου.

Την είχε πάρει μαζί της τότε, στην πρώτη της διαδήλωση, αυτή που σφράγισε τα νιάτα της, η Λουκία,. Στην πλατεία Ναυαρίνου πρέπει να ήτανε, όπου φώναζε δυνατά με τα χέρια του χουνί ο Θωμάς, ο  υπέροχος χοντρός φίλος του Τάσου, Νό-μι-μoς ο κουκου-ές, όσο μιλούσε από το μπαλκόνι  εκείνος ο βουλευτής της ΕΔΑ. Αυτή. Είχε έρθει  στο σχολείο τους από το Πέμπτο μεσοχρονίς γιατί άλλαξαν σπίτι, φέρνοντας ένα άλλο αέρα στην τάξη. Πατέρας δικηγόρος και νεολαία Λαμπράκη, πάθος για τη  λογοτεχνία και τις ιδέες. Γίναν αμέσως φίλες και κάθισαν και στο ίδιο θρανίο, επισφράγισμα της φιλίας τους, ένα σώμα  μια ψυχή και με την Τασούλα, που εντάχθηκε πρόθυμα στη φιλική εταιρία.

Αχ, η Λουκία. Αυτή, πούχε στοιχειώσει τα νιάτα της και τώρα είχε αλλαξοπιστήσει. Της είχε δώσει να διαβάσει τα ποιήματα του Ρίτσου, ένα σκληρό γαλάζιο εξώφυλλο θυμάται κι ένας άλλος κόσμος εκεί, άναψε με στίχους ένα φως στη ζωή της, με την ελπίδα μιας στιγμής, της χρέωσαν το μέλλον. Στο πάρτυ της τελευταίας τάξης στο ωραίο διαμέρισμά τους που ήταν καλεσμένη όλη η τάξη, εκείνη χόρεψε με τον μετέπειτα άντρα της, που είχε φέρει στο πάρτυ όλους του τους φίλους από το Πανεπιστήμιο. Μετά το πραξικόπημα και όλοι βρέθηκαν στο εξωτερικό. Μπολώνια, Παρίσι, αριστερίστικες οργανώσεις, χαθήκανε. Η Φωτεινή μόνο έμεινε να παλεύει με την Ιατρική, με τη μοναξιά, με τα διαβάσματά της, με τις στερήσεις, με τις ματαιώσεις και το ανεκπλήρωτο. Δεκαεννιά χρονώ αυτές ανύποπτες λίγο πολύ ανάμεσα σε κοσμοϊστορικά γεγονότα, την εισβολή στην Πράγα και τη διάσπαση, αλλά και τον παρισινό Μάη, ιδίως αυτόν που με  το ανοιξιάτικο άρωμά του της ελευθερίας έκαμνε τη σκλαβιά στο Μεσολόγγι το δικό της βαρειά κι ασήκωτη. Μετά ο νόστος, η δημοκρατία, η εκπλήρωση όπως όπως των ονείρων. Τι τα θυμάται. Πέρασε η ζωή, ο έρωτας, οι γάμοι, ο χωρισμός, κι ο θάνατος ακόμα. Κι  ο απολογισμός, να σήμερα, αυτές πάλι μαζί.

Η συζήτηση σήμερα, όσο κι αν είναι ανάλαφρη, σκαλώνει κάπου. Στα  προβλήματα των παιδιών. Στα αγόρια των φιλενάδων της που ψάχνουν να βγάλουν τρελόχαρτο για το στρατό -  Να μη σκέφτεται τον Λάμπη, τον δικό της γιο, τέσσερα χρονάκια για κοινωνική θητεία, γιατί είχε και τις πεποιθήσεις του,  κι ακόμα σήμερα να αναζητάει τον εαυτό του, όπως και η ίδια άλλωστε,  παρόλη την καταξίωση στο νοσοκομείο. Ξένες απέναντί της, νάτες οι φιλενάδες της. Δεν τις είχε αγαπήσει, δεν  είχε ανταλλάξει μαζί τους γράμματα από την Φερράρα και το Παρίσι, αλλά και πριν και μετά ατέλειωτες κουβέντες και συζητήσεις, βιβλία και δίσκους και προβληματισμούς και ξενύχτια, γέλια και κλάματα. Γέμιζαν τη ζωή της άλλοτε με ζεστή αγάπη και νόημα ή μήπως ήταν όλα αποκύημα της φαντασίας της ;

Η συζήτηση, όσο κι αν είναι ανάλαφρη  σκαλώνει σε ανοίκεια σχόλια για τις αμοιβές της βαλκάνιας νοσοκόμας των γέρων γονιών και της οικιακής βοηθού. Ατελείωτες αντεγκλήσεις για τα επαγγελματικά τους, για τα σπίτια και τα εξοχικά και η δύσκολη συντήρησή τους, και τα σήριαλ και τα ταξίδια και πότε θα έβγαιναν στη σύνταξη; Oυφ.

Κι όταν  περνάει εκείνο το κινεζάκι με την πραμάτεια του κρεμασμένη στον ώμο, ένα σωρό ετερόκλητα αντικείμενα, κάνοντας επίδειξη εκείνο  το μακρινάρι για μασάζ στον αυχένα,  Άντε, τις πειράζει ο Γιώργος ο δικός της, εν ονόματι του παλιού μαοϊκού σας παρελθόντος, πάρτε το  οι φιληνάδες

           Πόσο έχει;, ρώτησαν αυτές, και αγόρασαν από ένα  η καθεμιά, το κάθε.. τρήμισυ..

 


Αρχοντούλα Διαβάτη:

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη,  όπου ζει και εργάζεται.

Σπούδασε Νομικά και Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση μέχρι πρόσφατα, το  2004 εξέδωσε στο ΡΟΔΑΚΙΟ το πρώτο της βιβλίο, Στη μάνα του νερού, χρονικό.

Κείμενά της δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά: ΑΝΤΙ , ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ , ΕΝΕΚΕΝ , ΔΙΑΒΑΖΩ , ΑΚΤΗ  και ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας