ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Η Λευκή Μπελέτση γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλολογία και Γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια ζει στις ΗΠΑ.


Κύριο Μενού

Το διήγημα στα Αγγλικά

 

Η παρακαταθήκη

 

 

της Λευκής Μπελέτση 

 

 

 

   Το κορίτσι κάρφωσε το βλέμμα του στον άντρα. Εκείνος ξεφύλλισε το βιβλίο, χάιδεψε αδιάφορα το καταπονημένο εξώφυλλο, κι ύστερα το πέταξε στην άκρη κι έπιασε το επόμενο με την ίδια προμελετημένη έκφραση αφόρητης ανίας. Η μικρή παρακολουθούσε αμίλητη τα χέρια του αγνώστου να ψαχουλεύουν τις σελίδες που κάποτε άλλα χέρια, χέρια σεβαστικά, είχαν λατρέψει. Έριξε μια κλεφτή ματιά στο πρόσωπο της μητέρας της, μα το μετάνιωσε αμέσως. Το βλέμμα της μάνας, σκοτεινό και αδιάλλακτο, έμοιαζε με απαγορευτική πινακίδα που έφραζε την προσπέλαση σε κάθε εκδήλωση συμπόνοιας. Το κορίτσι είχε πρωτοδεί αυτό το βλέμμα στην κηδεία, και κάμποσες φορές ακόμα τον τελευταίο καιρό. Βάλθηκε λοιπόν να παρατηρεί πεισματικά τον άντρα: η απέχθεια που της προκαλούσε ήταν παράλληλα και η οχύρωσή της ενάντια στα δάκρυα.  

   Το στόμα του άντρα κατσούφιασε καθώς κοίταξε τη μητέρα μέσα από τα μισόκλειστα μυωπικά του μάτια. «Μία δεν αξίζει το εμπόρευμα», ανακοίνωσε στεγνά. «Η πελατεία δε γουστάρει βιβλία με αμπελοφιλοσοφίες. Να ’τανε πιο παλιά, ίσως να πιάνανε μια τιμή της προκοπής». Πρότεινε ένα ποσό. Η μητέρα έγνεψε καταφατικά και πήρε τα χρήματα. Το κορίτσι εξακολουθούσε να κοιτάζει με σιωπηλή αποδοκιμασία. Κι ύστερα, μητέρα και κόρη βρέθηκαν πάλι στη βουή και την πολυκοσμία του δρόμου, δυο εύθραυστες φιγούρες να παραδέρνουν μες στη φουρτούνα του πλήθους.  

   Η μικρή κρατούσε το χέρι τής μητέρας, όχι όμως πολύ σφιχτά. Δεν της επιτρεπόταν κάτι τέτοιο. Όπως δεν της επιτρεπόταν να βαδίζει σκυφτά, να σέρνει τα πόδια της, ή να κλαψουρίζει. Η διαδρομή μέχρι το σπίτι τους έμοιαζε με κακό όνειρο, από εκείνα τα όνειρα που σε πνίγουν με τα πλοκάμια τους και δε σ’ αφήνουν να ξυπνήσεις.

   Ο πατέρας της πάντα την παρηγορούσε όταν είχε εφιάλτες. Την κρατούσε αγκαλιά και της έλεγε ιστορίες μέχρι να την πάρει πάλι ο ύπνος. Αλλά εκείνος έφυγε για πάντα, όπως και τα βιβλία του. Πού θα τις έβρισκε τώρα τις ιστορίες;

   Πανικός την κυρίεψε ξαφνικά, την κατέκλυσε, την κατάπιε, της πλημύρισε το στόμα με την αλμύρα της απελπισίας. Κι ανκι αν δεν υπήρχαν άλλες ιστορίες ποτέ πια; «Όταν η ζωή σε πονάει,» συνήθιζε να λέει ο πατέρας, «μπες να κρυφτείς μέσα σε μια ιστορία. Η ιστορία θα νικήσει τον πόνο σα μια μεγάλη, ωραία φωτιά που νικάει το κρύο.» Το κορίτσι φαντάστηκε τη ζωή του όμοια με ακατόρθωτη ανάβαση σε βουνό από πάγο.  

   Την ώρα του βραδινού αποτόλμησε το αδιανόητο.  

   «Γίνεται να πάρουμε πίσω μερικά από τα βιβλία του μπαμπά;»

   Ανέκφραστη, η μητέρα κοίταζε το πιάτο της, όπου το φαγητό είχε παγώσει ανέγγιχτο.  

   «Όχι.»  

   Η μικρή συνέχισε απτόητη.  

   «Μα πρέπει, πρέπει να τα πάρουμε πίσω. Χωρίς τις ιστορίες θα πεθάνουμε από το κρύο. Ο μπαμπάς έλεγε—»  

   Αλλά τα λόγια πάγωσαν στο στόμα τού παιδιού με το που είδε τα χείλια τής μητέρας να τρέμουν από την οργή που χρόνια στοιβαζόταν μέσα της.

   «Ο μπαμπάς είπε αυτό, ο μπαμπάς είπε εκείνο. Μια χαρά τα πηγαίνατε οι δυο σας. Το μόνο που ξέχασε να μας πει ο μπαμπάς ήταν πώς θα βγάζαμε λεφτά. Μας έπνιγε στα χρέη με την ίδια ευκολία που γέμιζε το κουτό σου το κεφάλι με παραμύθια και φούμαρα. Κι όταν πια έφτασε ο κόμπος στο χτένι, μια χαρά την έβγαλε απέξω την ουρά του, έτσι; Αυτή τη φορά μια και καλή.»

***  

 

   Εκείνη τη νύχτα, μια παγωμένη ανάσα ξύπνησε το κορίτσι από τον ανήσυχο ύπνο του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι κι έκλεισε το παράθυρο που είχε ανοίξει από τη βία του αέρα. Η μητέρα κοιμόταν κουλουριασμένη κάτω από τις ξεφτισμένες κουβέρτες. Η μικρή δεν γνώριζε ακόμα τα λόγια των μεγάλων για να περιγράψει τα όσα ένιωθε, συναισθανόταν ωστόσο τη βαθιά μοναξιά τής μάνας, και, με τη όλη τη θέρμη της αθωότητας των λιγοστών της χρόνων, ευχήθηκε να γινόταν να γύριζε πάλι ο πατέρας.  

   Βγήκε από το δωμάτιο στις μύτες των ποδιών και μπήκε στο διπλανό, που μέχρι πρόσφατα ήταν των γονιών της. Άνοιξε το πάνω συρτάρι του κομοδίνου. Μια γλυκιά μυρωδιά αναδύθηκε, γεμάτη βελουδένιες αναμνήσεις από την παρουσία του πατέρα, αναμνήσεις από τη φωνή, το χαμόγελο, το άγγιγμά του. Κοίταξε τα πράγματά του: την πίπα, τα σπίρτα, τα γυαλιά του, την κολόνια, τη χτένα, το πορτοφόλι, τη βέρα του. Αχ, γιατί να πουλήσει η μητέρα τα βιβλία του; Οι ιστορίες στα βιβλία θα τα έκαναν όλα πάλι όπως πρώτα, θα νικούσαν τον πόνο «σα μια μεγάλη, ωραία φωτιά που νικάει το κρύο.»  

   Το κορίτσι άναψε το πρώτο σπίρτο.

 

  Το διήγημα στα Αγγλικά

 

   

    Άνοιξη 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    Σχόλια

Πολύ καλό. Μου άρεσε το τέλος.

Εύη

 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας