ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Ο Κώστας Αγγελίδης είναι γέννημα θρέμμα Θεσσαλονίκης.

Με ρίζες Καβαλιώτικες.

Από 19 Οκτωβρίου του 66 εκεί ζούσε, μάθαινε και γυρνούσε.

Το 2001 ξεκίνησε η γεωγραφική περιπλάνηση. Η υπόλοιπη είχε ξεκινήσει παιδιόθεν.

Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Οι ρίζες νίκησαν….

Προς το παρόν.

Ζωή να ‘χουμε.

 


Κύριο Μενού

 

 

Το κόκκινο μπουφάν

 

του Κώστα Αγγελίδη 

 

 

 

Τα ποτήρια τσούγκρισαν άλλη μια φορά.

Άντε και ένα για το δρόμο, είπε ο κυρ Αλέκος. Το αργήσαμε σήμερα.

Λίγοι είχαν πια μείνει στον καφενέ.

Άλλοι έπαιζαν χαρτιά. Άλλοι τα σιγοπίναν.

Φίλοι από χρόνια. Ούτε θυμόντουσαν από πότε.

Ανοίγει η πόρτα και κρύος αέρας τους ξύπνησε.

Την πόρτα, Γιάννη. Φώναξε κάποιος…

Καλώς τον καρντάση. Τον καλωσόρισαν όλοι.

Ο κυρ Γιάννης έκλεισε την πόρτα και προχώρησε αργά αργά.

Άσπρο πρόσωπο, άδεια μάτια, κρύα, γυάλινα.

Κατάλαβαν όλοι. Του τράβηξε μια καρέκλα ο κυρ Αλέκος να κάτσει.

Τι έπαθες βρε γερόντιο; Τον πείραξε για να σπάσει ο πάγος.

Άστα άστα. Με το κωλόπαιδο πάλι….

Του έδωσαν ποτήρι και το γέμισαν.

Αυτός έσκυψε το κεφάλι και ‘βαλε τα κλάματα.

Κανείς δεν μιλούσε. Όλοι περίμεναν. Ακόμα και αυτοί απ’ τα άλλα τραπέζια έστησαν αυτί.

Πήρα τη σύνταξη σήμερα. Το ‘ξερε. Κάθε μήνα αυτό περιμένει.

Ήρθε για λεφτά. Αγρίεψα. Δεν σου δίνω του λεω. Λογοφέραμε.

Σε μια στιγμή του λεω, εγώ είμαι πατέρας σου, ξέρεις τι μου χρωστάς;

Ένα πήδημα σου χρωστάω, μου λεει, κατέβασε τα βρακιά σου να στο ρίξω να τελειώνουμε.

Πάγωσαν όλοι. Κανείς δεν κουνιόταν.

Ο καφετζής έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα και την πετσέτα στο χέρι.

Να μου πει εμένα έτσι. Τον πατέρα του.

Και ξέρεις τι καλό παιδί ήταν μικρό βρε Αλέκο. Τον θυμάσαι;

Ξανθό ξανθό με μπούκλες. Σαν κοριτσάκι. Και ευγενικό, ντροπαλό.

Τον έπαιρνα βόλτα την Κυριακή στο πάρκο. Έπαιζε γύρω γύρω.

Ερχόταν με φιλούσε. Θα μου πάρεις μπαμπάκα παγωτό.

Όχι σήμερα Μανωλάκη. Δεν έχω λεφτά. Άλλη φορά.

Δύσκολα χρόνια τότε. Που να περισσέψουν.

Καλά, μου έλεγε, την άλλη φορά θα μου πάρεις..

Μετά έκανα την ταβέρνα…

Και παγωτό του ‘παιρνα, και μηχανάκι, και ρούχα. Ό,τι ήθελε.

Δεν πάει άλλο βρε Αλέκο. Θα τον σκοτώσω. Όταν κοιμάται θα τον μαχαιρώσω.

Άσε τα χαζά βρε Γιάννη. Έχει ο Θεός. Τι θα καταλάβεις; Έχεις και την κυρά, δεν την σκέφτεσαι;

Μα να μου πει εμένα έτσι. Τον πατέρα του..

Παιδί μου είναι αλλά δεν αντέχεται. Βαρύς σταυρός. Κάθε μέρα ένα μαρτύριο. Δεν αντέχεται.

Άδειασε το ποτήρι μονορούφι.

Ανάθεμα την ώρα που τον έμαθε τον διάολο.

Ανάθεμα και μας που δεν το πήραμε χαμπάρι όταν έπρεπε.

Στην αρχή έλεγα της ηλικίας είναι. Κάποιο ερωτικό μπέρδεμα θα ‘ναι.

Κάτι τρέχει, μου έλεγε η κυρά, Γιάννη.

Άσ’ τον βρε. Αγόρι είναι. Έχει τα δικά του.

Μετά καταλάβαμε. Ναρκωτικά. Ηρωίνη. Ποιος ξέρει τι….

Τι έφταιξε, που φταίξαμε,

Τα δάκρυα έτρεχαν και αυτός συνέχιζε.

Μια τότε που ο Μανόλης ήταν μικρός, μια που έμπλεξε.

Η φωνή του έβγαινε σιγανή. Σαν να διάβαζε.

Πολλές φορές τους τα 'πε. Τα ήξεραν. Τώρα όμως ήταν αλλιώς.

Άρρωστο παιδί είναι Γιάννη, του 'πε ο Αλέκος να του δώσει κουράγιο.

Δεν ξέρει τι λέει.

Τον κοίταξε αγριεμένος ο κυρ Γιάννης.

Μια χαρά ξέρει. Να μας δέρνει, να μας βρίζει, να μας κλέβει ξέρει.

Τι λέει δεν ξέρει;;

Ξανά Άδειασε το ποτήρι…

Τι έφταιξε, που φταίξαμε;;……..

………………………………..

Ο Μανώλης στο πάρκο ταξίδευε στο δικό του κόσμο.

Μουδιασμένος, γαληνεμένος μέσα σε εικόνες αλλιώτικες και αισθήσεις ατομικές.

Είχε αρχίσει να ξυπνάει, να συνέρχεται.

Έβαλε το χέρι στην τσέπη και έπιασε τα σακουλάκια.

Πέντε, είπε. Καλά την βγάλαμε σήμερα. Θα χουμε.

Για μετά ,θα δούμε.

Ήρεμος ακόμα άρχισε να θυμάται τι έγινε.

Πώς το ‘κανα εγώ αυτό; Πώς μπόρεσα το ζώο;

Μου ξέφυγε , γαμώτο, βαρύ ήταν.

Πώς το ‘κανα. Πώς είπα τέτοια κουβέντα.

Άρχισε να προχωράει προς το σπίτι.

Θα πάω να του ζητήσω συγνώμη. Κι απ’ τη μάνα.

Θα πέσω στα πόδια να με συγχωρέσουν. Πώς το ‘κανα;

Δεν ξέρουν τι περνάω. Πώς είναι. Θέλω βοήθεια. Θέλω κουράγιο.

Τι να ‘κανα, όμως. Δε μου ‘διναν λεφτά. Πώς να περάσει η νύχτα;

Βαρύ ήταν. Μου ξέφυγε. Θα κλάψω. Παιδί τους είμαι. Άλλους δεν έχω.

Αφού δε μου δίνουν. Για αυτό τους βαράω. Δεν περνάει αλλιώς ο διάολος.

Έλεγε και έλεγε. Μονολογούσε για να δώσει δικαιολογία.

Ξαναγυρνούσε στο μυαλό του η εικόνα του πατέρα του.

Να τον κοιτάει παγωμένος και ανήμπορος.

Χωρίς δύναμη να αντιδράσει, να σηκώνει το χέρι και να του δίνει τα λεφτά.

Τα ‘ρπαξε σαν ύαινα το κουφάρι και χάθηκε στο σκοτάδι.

Πώς το κανα; Οι τύψεις τον έπνιγαν. Όσο ακόμα ήταν καλά, τον έπνιγαν.

Σταμάτησε έξω απ την πόρτα. Την χάιδεψε και κόλλησε το αυτί πάνω.

Κανείς δεν ήταν κι όμως άκουγε φωνές.

Από γλέντια παλιά. Με θείους και ξαδέλφια. Γέλια, χαρές, τραγούδια.

Θυμόταν και χαμογελούσε και αυτός σαν να 'ταν τώρα.

Μικρά παιδιά τότε κάτω από τραπέζια να βλέπουν τους μεγάλους ..

Πώς έγιναν έτσι; Τι έφταιξε; Τι άλλαξε;;

Έκατσε κάτω. Τι νόημα έχουν όλα; Δεν το αξίζουν αυτό οι γέροι μου.

Εσύ θα γίνεις δικηγόρος όταν μεγαλώσεις, του 'λεγε η θεια Μαρία.

Όλα τα ξέρεις, γλωσσοκοπάνα. Και γελούσαν όλοι.

Όχι, όχι…. Γιατρός θα γίνει. Δεν έμαθες ότι εξετάζει τα κοριτσάκια της γειτονιάς;;

Ντοτόρος Μανωλάκης. Φώναξε ο πατέρας του και τον πήρε αγκαλιά.

Μην το πειράζετε το παιδί. Ό,τι θέλει να γίνει.

Εγώ είμαι εδώ λεβέντη μου, του ‘πε και τον έσφιξε.

Α ρε πατέρα, πώς σου το ‘κανα εγώ αυτό.

Αλλιώς τα περιμέναμε, αλλιώς μας ήρθαν.

Δεν το αξίζεις, δεν το αξίζω.

Πήρε τα σακουλάκια. Και τα πέντε. Τα ζύγιασε στο χέρι……

Δεν το αξίζεις πατέρα. Έβγαλε ένα χαρτάκι και έγραψε δυο αράδες…..…

……………………………………………………………..

Περασμένα μεσάνυχτα έφτανε ο κυρ Γιάννης στο σπίτι.

Είδε κάτι σκούρο, στην πόρτα μπροστά. Μετά το κόκκινο μπουφάν. Κατάλαβε.

Έτρεξε, έσκυψε, τον πήρε αγκαλιά. Κρύος. Χωρίς ανάσα.

Τον έσφιξε δυνατά. Έκλαιγε, μα κλάμα δεν ακουγόταν. Μόνο δάκρυα έτρεχαν .

Άνοιξε το στόμα διάπλατα να βγει ήχος να ξεσπάσει.

Ένα ουρλιαχτό βγήκε. Σαν πόνος από χρόνια μαζεμένος.

Σαν ζώο πληγωμένο θανάσιμα.

Δίπλα ένα χαρτάκι.

 

Συγνώμη για όλα πατέρα.

Δεν το ‘θελα να γίνει έτσι.

ΑΝΤΙΟ.

  

   

    Φθινόπωρο 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας