Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Η Κολοβίνα

Γιάννης Τσίγκρας

 

 

 

Το τελικό  σφύριγμα του βούδα με το μαύρο σώβρακο, που παρέμενε επί 90 λεπτά απαθής στη σέντρα, πάγωσε ένα ισόπαλο 2-2. Δεν θυμούμαι ποιος κέρδισε, στην κλήρωση, εκείνο τον αξέχαστο αγώνα κυπέλλου μεταξύ του Πυράσου Αγχιάλου και του Αστέρα  Ριζομύλου που διεξήχθη μια  χειμερινή Πέμπτη του 1963, στο παλαιό γήπεδο του Ολυμπιακού, από το οποίο σώζεται σήμερα μόνον ένα κομμάτι της ανατολικομεσημβρινής  τουβλόχτιστης  περίφραξης-φτάνουν την ακιδωτή κορυφή του τα πιτσιρίκια που μένουν στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας που χτίσθηκε στο οικόπεδο του αγωνιστικού χώρου.

Βέβαια  την, κατά το κλισέ των σημερινών αθλητικογράφων, μάχη της κερκίδας, κέρδισαν οι οπαδοί του Αστέρα, οι καμπίσιοι "σκορδάδες", σύμφωνα με το απαξιωτικό μονόλεκτο που κραύγαζαν ρυθμικά οι φίλοι του Πυράσου, οι  παράλιοι "ψαρόμυαλοι".

Επικεφαλής  των οπαδών του Αστέρα ήταν  η 105χρονη μανιά Κολοβίνα.

Με την καραγκούνικη φστάνα της, με τη στραβή μαγκούρα της κι ένα αντιασθματικό (έτσι το΄λεγε) τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα.

            Η μανιά με τις φοβερές προστακτικές: Τσάκστουνφάτουνκλάδεψτουν

            Ο ήλιος, με γεύση πικραμύγδαλου στην έναρξη, άρχισε στη συνέχεια να βουλιάζει πίσω από το ακρόριο της δυτικής μαγούλας που ονομάζουμε Παλατάκι,  ώσπου ένα κίτρινο ημίφως, πηχτό σαν ομίχλη, σκέπασε το γήπεδο, τους παίχτες και τους φιλάθλους, σκέπασε το γειτονικό λόφο της Γορίτσας  έφτασε έως και  την κοίτη του διπλανού  Ανάβρου, όπου κούρνιαζαν τα εντεταλμένα να επαναφέρουν την πέτσινη μπάλα παιδιά.

Στο ημίφως αυτό, σε όλη τη διάρκεια του αγώνα ανέμιζε, σαν ακριτική σημαία, η Κολοβίνα.

Αλλά και στη συνέχεια, ηγήθηκε της πορείας στους δρόμους του παλιού Βόλου τραγουδώντας "θα μας κιρδίσιτι  στουν κούρου απ΄ του γρουν'" έναν- να το πούμε έτσι- ύμνο της ομάδας τους των χρόνων εκείνων.

Δεν κουρεύονται ποτέ τα γουρούνια, άρα είμαστε αήττητοι, πάντα θα  σας κερδίζουμε, έστω και με το στρίψιμο της δεκάρας.

 

                                                                   *****

 

Η Κολοβίνα, η εκ μητρός φοβερή  προγιαγιά του πατέρα μου, ονομάζονταν Μαριγούλα αλλά έμεινε πασίγνωστη στο χωριό από το όνομα του άντρα της, του Γιώργου του Κολοβού τον οποίο η ίδια διάλεξε και στη συνέχεια έκλεψε ένα απόβραδο που γύριζαν από το σταροχώραφο.

Ο Κολοβός ήταν ένα άβουλο ανθρωπάκι, καλός νοικοκύρης αλλά φιλάσθενος. Της χάρισε τρία παιδιά ή, για να μιλήσουμε με την αξιολογική των καμπίσιων ακρίβεια, "ένα παιδί και δυο κορίτσια" κι ύστερα πέθανε από κακουχίες στο στρατό.

Η Κολοβίνα δεν ξαναπαντρεύτηκε. Δούλεψε τα χωράφια με το σκληρό και μαλακό σιτάρι και κάποια στρέμματα με σκορδοκρέμμυδα, την παραδοσιακή καλλιέργεια της περιοχής. Δούλεψε κι έγινε "υπέρ άνδρα άνδρας". Την εποχή που τη γνώρισα καλλιεργούσε λεπτό μουστάκι και τη σπάνια συνήθεια να χαλνά προξενιά, πίνοντας-κυρίως τα καλοκαίρια- σκορδάρι με τη θεια-Τσαλάραινα, στην κορυφή ενός λοφίσκου από αχώνευτη σβουνιά. Έκανε αποκαλύψεις του τύπου ποια, αυτή που είχε αρραβωνιαστεί τον Ιταλό; δήθεν εν αφελότητι καρδίας και ρουφώντας ηχηρά το αναψυκτικό του κάμπου- μια  υπερβολικά αραιή σκορδαλιά σε τσίγκινο πιάτο. Μπροστά τους περνούσαν κίτρινα μπαλάκια τα χηνάρια, ένα από τα οποία, κάθε φορά που την επισκεπτόμουν, έπιανε με απίστευτη σβελτάδα για να μου το βάλει στο καλάθι.

Η Κολοβίνα διατηρούσε τις χειρότερες σχέσεις με την κόρη της την Αναστασά και τις καλύτερες με το συμπέθερό της, το μπάρμπα Βαγγέλη. Η πρώτη, υπερβολικά εύθικτη, τρύπωνε στις πιο απίθανες γωνιές μετά τους  καβγάδες τους κι έμενε μέρες. Μια συνήθεια που της έμεινε και μετά το γάμο της και τη γέννα των παιδιών, ακόμη και των εγγονιών της. Δε μιλούσε στο Μήτσο τον άντρα της, έλεγε το παράπονο της στα κιρκινέκια των φατνωμάτων του πλινθόκτιστου στάβλου, όταν συντρόφευε τις βαριές αγελάδες με τις μεγάλες κανελί κηλίδες στο τρίχωμα και τα αεικίνητα μισίρια.

Αλλά κυρίως τη μάνα της δεν ήθελε να δει και ν΄ ακούσει.

 

                                                                        ******

Mε το συμπέθερο τον μπάρμπα Βαγγέλη- τον αδελφό του γαμπρού της, άνδρα μιας κόρης της που έφυγε στα δεκαεπτά της από φθίση, αφήνοντάς του δυο αγόρια, ένα εκ των οποίων ήταν ο πατέρας μου- όπως και  με τη γυναίκα του την   Άννα,  τα πήγαιναν θαυμάσια.

            Τις ανοιξιάτικες βραδιές συγκεντρώνονταν στο σπίτι του ζευγαριού και, κάτω από το σκονισμένο βασιλικό της αυλής, στρώνονταν στο χορό ως το πρωί. Έρχονταν και τα έξη πιτσιρίκια του Βαγγέλη, με χειροβομβίδες ζωσμένες στα βρακιά τους, και τους διασκέδαζαν ώσπου να αποκοιμηθούν, άλλο στο σανό του κάρου, φορώντας τις παντόφλες της μάνας του, άλλο στο μικρό λαχανόκηπο, τσακίζοντας τις ντοματιές, άλλο στο στάβλο κι ελάχιστα στα δυο , όλα κι όλα ,κρεβάτια τους ή  στο πάτωμα, στρωματσάδα.

Ο μπάρμπα Βαγγέλης και η Άννα δεν πολυνοιάζονταν, ούτε καν αν  τα παιδιά είχαν ξεζώσει τα εκρηκτικά.

            Έπιναν ως αργά, με την Κολοβίνα, και τραγουδούσαν δημοτικά κι ο μπάρμπα Βαγγέλης που έπασχε από καρκίνο του φάρυγγα, ξάπλωνε, τυλιγμένος με ωραία κίτρινα σπάρτα και ρωτούσε βραχνά αν πιστεύουν ότι θα είναι όμορφη η κηδεία του.

            Η Άννα ξεκαρδίζονταν κι η Κολοβίνα τους μούντζωνε και τους δυο.

            Η άλλη αγαπημένη διασκέδασή της, όταν έρχονταν στο Βόλο, ήταν να πάει με τη  μάνα και τον πατέρα μου στο χαλιμά- έτσι έλεγε τον κινηματογράφο.

                                                                             ******

Ακούσαμε, στην τηλεόραση, έκπληκτοι

τον ρυτιδωμένο παλαιό πρωταγωνιστής του σελιλόιντ

να ισχυρίζεται

ότι τελικά παντρεύτηκε,

το πήρε το κορίτσι που τον ικέτευε μη μ΄αφήνεις αγαπημένε,

στο σινε Πάνθεον- μια βραδιά του 62.

Το πήρε, τι να κανε;

Μέσα από τους θεατές, μια γρια

 είχε σηκώσει απειλητικά το μπαστούνι.

Τον έσωσε, λέει ο ζεν- τότε- πρεμιέ,

τον γλίτωσε το διάλειμμα

            με τα φυστικοστράγαλά του.

                                                            *******

Εκείνο το απόγευμα του αγώνα στο Βόλο η μανιά  δεν έφυγε με τους άλλους οπαδούς του Αστέρα. Κατευθύνθηκε στα Παλαιά όπου βρήκε σε κάποιο πεταλωτήριο τον συμπέθερό της. Ήταν η ώρα που ξεκινούσε με το κάρο για το χωριό.

 Ο μπάρμπα Βαγγέλης έβαλε τον αυτόματο.

Το άλογο, για να μη κόψει το κουβεντολόι των επιβατών ή επειδή πεινούσε, μόλις ένιωσε το βάρος ξεκίνησε από μόνο του, διήνυσε δεκαπέντε χιλιόμετρα ανάμεσα στα σταροχώραφα, πλάι στις βιαστικές ωτομοτρίς, μπήκε στο χωριό και σταμάτησε μπροστά στην αυλή του Βαγγέλη.

 Έτσι ήταν μαθημένο.

 Εκεί χαιρετίστηκαν  οι συμπέθεροι και η Κολοβίνα κατευθύνθηκε στο σπίτι της.

Πριν φτάσει στην εξώπορτα άκουσε το βαρύ μυκηθμό της κανελί αγελάδας. Κατευθύνθηκε στην πόρτα του στάβλου, την άνοιξε κι είδε μπροστά της, αντί για το παχνί και τα ζώα, τον Γιωργάκη της, όπως ήταν ακριβώς τη μέρα που την αποχαιρέτησε για το μέτωπο.

Πήγε να του μιλήσει και τότε πρόσεξε πίσω του ένα αστραφτερό γραφείο στο οποίο κάθονταν δυο υπάλληλοι του παλαιού καιρού, με μαύρα επιμανίκια και χρυσές πέννες.

Πάνω στο γραφείο υπήρχε μια  ζυγαριά με δίσκους- μέσα στον αριστερό γυάλιζε ένας χρυσός σταυρός.

 

                                                                    *******

Ένας σκοτεινός  πελαργός που δεν μύριζε,

όπως το κάθε τι στον κάμπο,

καβαλίνα και φρέσκο καπνόφυλλο εκεί στην αυλή,

τη χτύπησε στο στήθος.

Έφυγε το μπαστούνι της, λύθηκε το τσεμπέρι και της έπεσε η αστραφτερή μασέλα.

Ο πελαργός έφυγε ψηλά σ έναν ουρανό γεμάτο αστέρια.

Η γιαγιά Κολοβίνα έπεσε μπρούμυτα,

με τα υγρά της μάτια να κοιτάζουν προς την λίμνη Κάρλα

που γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο.

 

                                                                   ********

Εφτά μικρές Μαριγούλες στο ξόδι, μοίρασαν σκορδάρι στον κόσμο και τα υπόλοιπα τσιγάρα της γιαγιάς- από μαρουλόφυλλο φτιαγμένα κι όντως αντιασθματικά. Την ώρα που διαβάζονταν το ψαλτήρι, η  Αναστασά, προσεκτικά- μη φανεί ο αστράγαλός της - κατέβηκε από τις μπάλες του αχυρώνα κι είπε:

 Σε χάσαμε, τι κρίμα. 

 


 

    Γιάννης Τσίγκρας:


         Γεννήθηκα το 1952 στο Βόλο, όπου ζω και εργάζομαι ως δημοσιογράφος.
Έχω εκδώσει τις ποιητικές συλλογές ΕΚΚΑΡΥΣ-1980 και ΜΕΡΙΜΝΗ ΑΝΘΙΣΜΕΝΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ-1991, τις συλλογές διηγημάτων ΚΥΚΛΩ-1980, Η ΔΙΨΑ ΤΟΥ ΕΛΠΗΝΟΡΑ (Νεφέλη)-1996, ΟΙ ΤΕΡΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΩΝ ΠΑΡΚΩΝ (Νεφέλη)-1999 και το λαογραφικό- ιστορικό ΠΟΡΤΑΡΙΑ 2006.Δημοσιεύω διηγήματα και ποιήματα σε
λογοτεχνικά έντυπα.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας