Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Μεταφράζοντας τον ... Stephen Crane

Με το Γιώργο Νικολόπουλο

 

 

In the desert

I saw a creature, naked, bestial,

Who, squatting upon the ground,

Held his heart in his hands,

And ate of it.

I said, “Is it good, friend?”

“It is bitter—bitter,” he answered;

 

“But I like it

“Because it is bitter,

“And because it is my heart.”

 

 

Η μετάφραση ενός λογοτεχνικού κειμένου είναι, όπως ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί, μια πολύ δύσκολη άσκηση – γιατί ο κάθε λογοτέχνης έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να χειρίζεται την γλώσσα και αυτό δημιουργεί την ανάγκη στον μεταφραστή να προσπαθήσει να μιμηθεί αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο, ενώ η δομή της γλώσσας στην οποία μεταφράζει μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από τη γλώσσα του πρωτοτύπου.

Αυτή η δυσκολία τονίζεται ακόμα περισσότερο στην ποίηση: εδώ το κείμενο είναι πιο μικρό, πιο περιεκτικό, και η τέχνη της χρήσης των λέξεων φτάνει στην ανώτερη μορφή της.

 

Η μεγαλύτερη δυσκολία, βέβαια, είναι στην μετάφραση ενός κλασικού – ρυθμομετρικού – ποιήματος. Εκεί ο μεταφραστής πρέπει να επιλέξει αν θα προσπαθήσει να μείνει πιστός στο κείμενο του ποιήματος εγκαταλείποντας τον ρυθμό και το μέτρο (ουσιαστικά βιάζοντας το ποίημα αφού το μετατρέπει σε ελεύθερο στίχο παρά την θέληση του ποιητή) ή θα διατηρήσει τον ρυθμό και το μέτρο κρατώντας παράλληλα το νόημα του ποιήματος, αλλάζοντας όμως το κείμενο και ουσιαστικά δημιουργώντας ένα καινούργιο ποίημα.

 

Αυτό το τελευταίο δίλημμα θα μας απασχολήσει περισσότερο σε κάποιο επόμενο άρθρο, αφού σήμερα θα ήθελα να ξεκινήσω αυτή την σειρά μεταφράσεων αγγλόφωνης ποίησης με έναν ποιητή που έγραφε σε ελεύθερο στίχο – έναν ποιητή άγνωστο στον πολύ κόσμο αλλά, για τους λίγους που έχουν γνωρίσει και καταλάβει το έργο του, έναν ποιητή εξαιρετικά μεγάλο και σημαντικό.

 

Αναφέρομαι στον Stephen Crane.

 

Θα ήθελα πρώτα πρώτα να πω λίγα λόγια για τον ποιητή (ή μάλλον, στην περίπτωσή μας, για τον λογοτέχνη, γιατί ο Crane είναι πολύ πιο γνωστός σαν πεζογράφος), έτσι ώστε να μπορέσουμε να αντιληφθούμε λίγο καλύτερα το έργο  του.

 

Ο Stephen Crane γεννήθηκε το 1871, στο Newark του New Jersey. Ήταν το δέκατο τέταρτο (και τελευταίο) παιδί στην οικογένεια ενός Μεθοδιστή ιερέα.

Από μικρός είχε επαφή με την τέχνη του λόγου: και οι δύο γονείς του έγραφαν θρησκευτικά άρθρα, και δύο από τα αδέρφια του ήταν δημοσιογράφοι. Ο ίδιος άρχισε να γράφει από  τεσσάρων χρονών.

Είκοσι χρονών εγκατέλειψε τις σπουδές του σε μια στρατιωτική σχολή και, δηλώνοντας ότι «η ανθρωπότητα ήταν πιο ενδιαφέρον μάθημα» πήγε στη Νέα Υόρκη για να δουλέψει σαν δημοσιογράφος.

Το 1893, σε ηλικία μόλις 22 χρονών, έγραψε το μυθιστόρημα Maggie: A Girl of the Streets (Μάγκι: Ένα κορίτσι του δρόμου). Το έργο, μια εξαιρετικά ρεαλιστική και σκληρή περιγραφή της ζωής στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης, θεωρείται σαν το πρώτο έργο του Αμερικανικού Νατουραλισμού.

Ο Crane έβλεπε την ζωή σαν ένα πόλεμο. Οι άνθρωποι είναι θύματα μιας τυφλής μοίρας και οι σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους, με την κοινωνία, με τον θεό, δεν είναι παρά μια αδυσώπητη πάλη.

Το 1895 ο Crane αποκτά ξαφνικά μεγάλη φήμη και επιτυχία με το δεύτερό του μυθιστόρημα, The Red Badge of Courage (Το κόκκινο παράσημο του θάρρους), που θεωρείται το αριστούργημά του. Είναι οι ιστορίες ενός νεαρού στρατιώτη στον Αμερικανικό Εμφύλιο, και η εξέλιξη της προσωπικότητάς του μέσα από τις εμπειρίες του. Διάφοροι κριτικοί υποστήριξαν πως το έργο ανήκει στον Ρεαλισμό, τον Νατουραλισμό, τον Συμβολισμό και τον Ιμπρεσσιονισμό. Όπως είπε ο Edwin H. Cady, «είναι όλα και τίποτα. Δεν υπήρξε ποτέ πριν ένα τέτοιο μυθιστόρημα».

Την ίδια χρονιά, ο Crane εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή: The Black Riders, and Other Lines (Οι Μαύροι Καβαλάρηδες, και άλλες αράδες). Είναι η πρώτη και σημαντικότερη ποιητική του συλλογή (ακολούθησε, το 1899, το War is Kind - Ο πόλεμος είναι καλός). Η συλλογή θεωρείται πρόδρομος του Εικονισμού, αν και δυστυχώς δεν έχει αποκτήσει τη φήμη που της αξίζει επειδή επισκιάζεται από τα πεζά του.

Τα περισσότερα ποιήματα είναι υπερβολικά απλά, σε ελεύθερο στίχο και χωρίς όλα εκείνα τα καλολογικά στοιχεία που περίμενε ο αναγνώστης της εποχής από την ποίηση – γι’ αυτό και οι αντιδράσεις του κοινού ήταν ψυχρές, ως και εχθρικές. Ο ίδιος ο Crane δεν τα ονόμαζε ποιήματα, απλά «αράδες». Δεν πάβουν όμως να είναι μικρά αδικημένα αριστουργήματα, πολύ μπροστά από την εποχή τους – ίσως, ακόμη, και από τη δική μας.

Παρά τη μεγάλη επιτυχία του Red Badge of Courage, ο αντισυμβατικός τρόπος ζωής του Crane τον μπλέκει σε διάφορα σκάνδαλα. Για να ξεφύγει από αυτά, και επειδή έχει αρχίσει να έχει οικονομικά προβλήματα, γίνεται πολεμικός ανταποκριτής. Το 1897 ταξιδεύει στην Ελλάδα για να καλύψει τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Ύστερα μετακομίζει στην Αγγλία, όπου γνωρίζεται με λογοτέχνες όπως ο Joseph Conrad, ο H.G. Wells και ο Henry James. Γράφει συνέχεια, αλλά τα τελευταία του μυθιστορήματα δεν έχουν καμία επιτυχία. Ήταν φιλάσθενος από μικρός, και τώρα η υγεία του χειροτερεύει συνέχεια – καθώς και η οικονομική του κατάσταση. Τα χρέη του τον σπρώχνουν να δέχτεί μια αποστολή στην Κούβα για να καλύψει τον Ισπανοαμερικανικό πόλεμο. Γυρίζει στην Αγγλία πολύ άρρωστος, συνεχίζει όμως να γράφει ασταμάτητα, σχεδόν μέχρι το τέλος. Πεθαίνει το 1900 από φυματίωση, πριν κλείσει τα 29.

 

Ποιήματα...

 

από το Black Riders:

 

1.

In the desert

I saw a creature, naked, bestial,

Who, squatting upon the ground,

Held his heart in his hands,

And ate of it.

I said, “Is it good, friend?”

“It is bitter—bitter,” he answered;

 

“But I like it

“Because it is bitter,

“And because it is my heart.”

 

 

Στην έρημο

Είδα ένα πλάσμα, γυμνό, κτηνώδες,

Που, καθισμένο στο έδαφος,

Κρατούσε την καρδιά του στα χέρια του,

Και την έτρωγε.

Ρώτησα, «Είναι νόστιμη, φίλε;»

«Είναι πικρή, πικρή», μου απάντησε:

 

«Αλλά μου αρέσει

Επειδή είναι πικρή,

Και επειδή είναι η καρδιά μου».

2.

I saw a man pursuing the horizon;

Round and round they sped.

I was disturbed at this;   

I accosted the man.

“It is futile,” I said,

“You can never —”

 

“You lie,” he cried,   

And ran on.

 

 

Είδα έναν άντρα που κυνηγούσε τον ορίζοντα:

Τρέχανε γύρω γύρω.

Αυτό με στενοχώρησε:

Πλησίασα τον άντρα.

«Είναι μάταιο», είπα,

«Ποτέ δε θα μπορέσεις...»

 

«Λες ψέματα», φώναξε,

Και συνέχισε να τρέχει.

3.

Once there came a man

Who said:   

“Range me all men of the world in rows.”

And instantly   

There was a terrific clamor among the people

Against being ranged in rows.

There was a loud quarrel, world-wide.

It endured for ages;

And blood was shed

By those who would not stand in rows,

And by those who pined to stand in rows.

Eventually, the man went to death, weeping.

And those who stayed in the bloody scuffle

Knew not the great simplicity.

 

 

Κάποτε ήρθε ένας άντρας

Που είπε:

«Βάλτε μου όλους τους ανθρώπους του κόσμου σε σειρές».

Κι’ αμέσως

Ξέσπασε ένας τρομερός σαματάς ανάμεσα στους ανθρώπους

Ενάντια στο στήσιμο σε σειρές.

Έγινε μεγάλη φασαρία, σε ολόκληρο τον κόσμο.

Κράτησε για χρόνια:

Και χύθηκε αίμα

Από εκείνους που δε δέχονταν να σταθούν σε σειρές,

Κι’ από εκείνους που ποθούσαν να σταθούν σε σειρές.

Κάποτε, ο άντρας πέθανε, θρηνώντας.

Κι’ εκείνοι που συνέχιζαν την αιματηρή συμπλοκή

Δεν κατάλαβαν την μεγάλη απλότητα.

4.

In Heaven,

Some little blades of grass

Stood before God.

“What did you do?”

Then all save one of the little blades

Began eagerly to relate

The merits of their lives.

This one stayed a small way behind

Ashamed.

Presently God said:

“And what did you do?”

The little blade answered: “Oh, my lord,

“Memory is bitter to me

“For if I did good deeds

“I know not of them.”

Then God in all His splendor

Arose from His throne.

“Oh, best little blade of grass,” He said.

 

 

Στον Παράδεισο,

Κάποια φυλλαράκια από γρασίδι

Στάθηκαν μπροστά στον Θεό.

«Τι κάνατε;»

Τότε όλα, εκτός από ένα, τα μικρά φυλλαράκια

Άρχισαν πρόθυμα να διηγούνται

Τις αρετές της ζωής τους.

Εκείνο στεκόταν λίγο πίσω

Μέσα στη ντροπή.

Τότε ο Θεός είπε:

«Και εσύ τι έκανες;»

Το φυλλαράκι απάντησε: «Ω, κύριέ μου,

Η μνήμη είναι σκληρή μαζί μου

Γιατί αν έκανα καλές πράξεις

Δεν τις γνωρίζω».

Τότε ο Θεός, σε όλο Του το μεγαλείο

Σηκώθηκε από τον θρόνο Του.

«Ω εσύ, καλύτερο από όλα τα φυλλαράκια», είπε.

5.

God fashioned the ship of the world carefully.

With the infinite skill of an All-Master

Made He the hull and the sails,

Held He the rudder

Ready for adjustment.

Erect stood He, scanning His work proudly.

Then -- at fateful time -- a wrong called,

And God turned, heeding.

Lo, the ship, at this opportunity, slipped slyly,

Making cunning noiseless travel down the ways.

So that, forever rudderless, it went upon the seas

Going ridiculous voyages,

Making quaint progress,

Turning as with serious purpose

Before stupid winds.

And there were many in the sky

Who laughed at this thing.

 

 

Ο Θεός έφτιαξε με προσοχή το πλοίο του κόσμου.

Με την απέραντη ικανότητα ενός Πρωτομάστορα

Έφτιαξε το σκαρί και τα πανιά,

Κράτησε το τιμόνι

Έτοιμος για καθοδήγηση.

Ολόρθος στάθηκε, εξετάζοντας με περηφάνια το έργο Του.

Τότε – μια κακιά στιγμή – ένα λάθος φώναξε,

Και ο Θεός στράφηκε, για να το ακούσει.

Και να, το πλοίο, μ’ αυτή την ευκαιρία, γλίστρησε ύπουλα,

Κατεβαίνοντας αθόρυβα, με πανουργία, στο νερό.

Κι’ έτσι, πάντα ακυβέρνητο, γύρισε τις θάλασσες

Κάνοντας γελοία ταξίδια,

Προχωρώντας στραβά,

Στρίβοντας με δήθεν σοβαρό σκοπό

Μπροστά σε ανόητους ανέμους.

Και ήταν πολλοί στον ουρανό

Που γελούσαν με αυτό το πράγμα.

 

6.

Behold, the grave of a wicked man,

And near it, a stern spirit.

There came a drooping maid with violets,

But the spirit grasped her arm.

“No flowers for him,” he said.

The maid wept:

“Ah, I loved him.”

But the spirit, grim and frowning:

“No flowers for him.”

 

Now, this is it —

If the spirit was just,

Why did the maid weep?

 

 

Ιδού, ο τάφος ενός κακού ανθρώπου,

Και κοντά, ένα αυστηρό πνεύμα.

Ήρθε μια σκυφτή νέα με βιολέτες,

Αλλά το πνεύμα της έπιασε το μπράτσο.

«Όχι λουλούδια για αυτόν», είπε.

Η νέα έκλαιγε:

«Ω, τον αγαπούσα».

Αλλά το πνεύμα, βλοσυρό και σκυθρωπό:

«Όχι λουλούδια για αυτόν».

 

Τώρα, αυτό είναι το θέμα –

Αν το πνεύμα ήταν δίκαιο,

Γιατί η νέα έκλαιγε;

7.

A learned man came to me once.

He said, "I know the way, -- come."

And I was overjoyed at this.

Together we hastened.

Soon, too soon, were we

Where my eyes were useless,

And I knew not the ways of my feet.

I clung to the hand of my friend;

But at last he cried, "I am lost."

 

 

Ένας σοφός ήρθε κάποτε σε μένα.

Είπε «Ξέρω τον δρόμο, έλα».

Και εγώ ενθουσιάστηκα.

Μαζί προχωρήσαμε βιαστικά.

Γρήγορα, πολύ γρήγορα, φτάσαμε

Εκεί που τα μάτια μου δεν έβλεπαν,

Και δεν ένιωθα το δρόμο στα πόδια μου.

Κρατήθηκα από το χέρι του φίλου μου:

Αλλά στο τέλος φώναξε «Έχω χαθεί».

8.

"Truth," said a traveller,

"Is a rock, a mighty fortress;

Often have I been to it,

Even to its highest tower,

From whence the world looks black."

"Truth," said a traveller,

"Is a breath, a wind,

A shadow, a phantom;

Long have I pursued it,

But never have I touched

The hem of its garment."

And I believed the second traveller;

For truth was to me

A breath, a wind,

A shadow, a phantom,

And never had I touched

The hem of its garment.

 

 

«Η αλήθεια», είπε ένας ταξιδιώτης,

«Είναι ένας βράχος, ένα ισχυρό φρούριο:

Έχω βρεθεί συχνά εκεί,

Μέχρι και τον ψηλότερο πύργο,

Απ’ όπου ο κόσμος φαίνεται μαύρος».

«Η αλήθεια», είπε ένας ταξιδιώτης,

«Είναι μια ανάσα, ένας άνεμος,

Μια σκιά, ένα φάντασμα:

Χρόνια την κυνηγάω,

Αλλά ποτέ δεν έχω αγγίξει

Τον ποδόγυρο από το φόρεμά της».

Και πίστεψα τον δεύτερο ταξιδιώτη:

Γιατί η αλήθεια ήταν για μένα

Μια ανάσα, ένας άνεμος,

Μια σκιά, ένα φάντασμα,

Και ποτέ δεν είχα αγγίξει

Τον ποδόγυρο από το φόρεμά της.

9.

A man saw a ball of gold in the sky;

He climbed for it,

And eventually he achieved it --

It was clay.

Now this is the strange part:

When the man went to the earth

And looked again,

Lo, there was the ball of gold.

Now this is the strange part:

It was a ball of gold.

Aye, by the heavens, it was a ball of gold.

 

 

Ένας άντρας είδε μια μπάλα από χρυσάφι στον ουρανό:

Σκαρφάλωσε για να την πιάσει,

Και στο τέλος την έφτασε –

Ήταν πηλός.

Τώρα, αυτό είναι το παράξενο:

Όταν ο άντρας γύρισε στη γη

Και κοίταξε ξανά,

Να, εκεί ήταν η μπάλα από χρυσάφι.

Τώρα, αυτό είναι το παράξενο:

Ήταν μια μπάλα από χρυσάφι.

Ναι, μα το θεό, ήταν μια μπάλα από χρυσάφι.

 

10.

I met a seer.

He held in his hands

The book of wisdom.

"Sir," I addressed him,

"Let me read."

"Child -- " he began.

"Sir," I said,

"Think not that I am a child,

For already I know much

Of that which you hold.

Aye, much."

He smiled.

Then he opened the book

And held it before me. --

Strange that I should have grown so suddenly blind.

 

 

Συνάντησα έναν μάντη.

Κρατούσε στα χέρια του

Το βιβλίο της σοφίας.

«Κύριε», του απεύθυνα τον λόγο,

«Άσε με να διαβάσω».

«Παιδί μου...» άρχισε.

«Κύριε», είπα,

«Μη νομίζεις ότι είμαι παιδί,

Γιατί γνωρίζω κιόλας πολλά

Από εκείνο που κρατάς.

Ναι, πολλά».

Χαμογέλασε.

Τότε άνοιξε το βιβλίο

Και το κρατησε μπροστά μου...

Περίεργο που τόσο ξαφνικά τυφλώθηκα.

11.

I walked in a desert.

And I cried,

"Ah, God, take me from this place!"

A voice said, "It is no desert."

I cried, "Well, But --

The sand, the heat, the vacant horizon."

A voice said, "It is no desert."

 

 

Περπατούσα σε μια έρημο.

Και φώναζα,

«Ω, Θεέ, πάρε με από αυτό το μέρος!»

Μια φωνή είπε, «Δεν είναι έρημος».

Φώναξα, «Εντάξει, Αλλά...

Η άμμος, η ζέστη, ο άδειος ορίζοντας».

Μια φωνή είπε, «Δεν είναι έρημος».

 

12.

A spirit sped

Through spaces of night;

And as he sped, he called,

"God! God!"

He went through valleys

Of black death-slime,

Ever calling,

"God! God!"

Their echoes

From crevice and cavern

Mocked him:

"God! God! God!"

Fleetly into the plains of space

He went, ever calling,

"God! God!"

Eventually, then, he screamed,

Mad in denial,

"Ah, there is no God!"

A swift hand,

A sword from the sky,

Smote him,

And he was dead.

 

Ένα πνεύμα έτρεχε

Στις σκοτεινιές της νύχτας:

Και καθώς έτρεχε, φώναζε,

«Θεέ! Θεέ

Πέρασε κοιλάδες

Μαύρου θανατερού βορβόρου,

Πάντα φωνάζοντας,

«Θεέ! Θεέ

Η ηχώ

Στις ρωγμές και τα σπήλαια

Τον κορόιδευε

«Θεέ! Θεέ! Θεέ

Γοργά στα χωράφια του διαστήματος

Έφτασε, πάντα φωνάζοντας,

«Θεέ! Θεέ

Στο τέλος, λοιπόν, ούρλιαξε,

Οργισμένος μέσα στην άρνηση,

«Ω, δεν υπάρχει Θεός

Ένα γρήγορο χέρι,

Ένα ξίφος από τον ουρανό,

Τον χτύπησε,

Και έπεσε νεκρός.

 

και από το War is Kind:

 

1.

A man said to the universe:

“Sir, I exist!"

“However,” replied the universe,

“The fact has not created in me

“A sense of obligation.”

 

 

Ένας είπε στο σύμπαν:

«Κύριε, υπάρχω

«Κιόμως», απάντησε το σύμπαν,

«Αυτό το γεγονός δεν μου έχει δημιουργήσει

Καμία υποχρέωση».

2.

When the prophet, a complacent fat man,

Arrived at the mountain-top,

He cried: "Woe to my knowledge!

I intended to see good white lands

And bad black lands,

But the scene is grey."

 

 

Όταν ο προφήτης, ένας καλοζωισμένος παχουλός άντρας,

Ανέβηκε στη βουνοκορφή,

Φώναξε: «Αλίμονο στη γνώση μου!

Σκόπευα να δω καλές άσπρες χώρες

Και κακές μαύρες χώρες,

Αλλά το τοπίο είναι γκρίζο».

3.

Do not weep, maiden, for war is kind.

Because your lover threw wild hands toward the sky

And the affrighted steed ran on alone,

Do not weep.

War is kind.

 

      Hoarse, booming drums of the regiment,

      Little souls who thirst for fight,

      These men were born to drill and die.

      The unexplained glory flies above them,

      Great is the battle-god, great, and his kingdom—

      A field where a thousand corpses lie.

 

 

Do not weep, babe, for war is kind.

Because your father tumbled in the yellow trenches,

Raged at his breast, gulped and died,

Do not weep.

War is kind.

 

      Swift, blazing flag of the regiment,

      Eagle with crest of red and gold,

      These men were born to drill and die.

      Point for them the virtue of slaughter,

      Make plain to them the excellence of killing

      And a field where a thousand corpses lie.

 

Mother whose heart hung humble as a button

On the bright splendid shroud of your son,

Do not weep.

War is kind.

 

 

Μην κλαις, κόρη, γιατί ο πόλεμος είναι καλός.

Επειδή ο εραστής σου τίναξε τα χέρια του στον ουρανό

Και το φοβισμένο άτι συνέχισε να τρέχει μόνο,

Μην κλαις.

Ο πόλεμος είναι καλός.

 

Βραχνά, βροντερά τύμπανα του συντάγματος,

Μικρές ψυχές που διψάνε για μάχη,

Αυτοί οι άντρες γεννήθηκαν για να μάχονται και να πεθαίνουν.

Η ανεξήγητη δόξα πετάει από πάνω τους,

Μεγάλος είναι ο θεός της μάχης, μεγάλος, και το βασίλειό του –

Ένα χωράφι όπου χίλια πτώματα κείτονται.

 

Μην κλαις, μωρό, γιατί ο πόλεμος είναι καλός.

Επειδή ο πατέρας σου σωριάστηκε στα κίτρινα χαρακώματα,

Ξέσκισε το στήθος του, ξεροκατάπιε και πέθανε,

Μην κλαις.

Ο πόλεμος είναι καλός.

 

Γοργή, λαμπερή σημαία του συντάγματος,

Αετός με λοφίο κόκκινο και χρυσό,

Αυτοί οι άντρες γεννήθηκαν για να μάχονται και να πεθαίνουν.

Δείξε τους την αξία της σφαγής.

Δώσε τους να καταλάβουν την ομορφιά του σκοτωμού

Κι’ ενός χωραφιού όπου χίλια πτώματα κείτονται.

 

Μητέρα, που η καρδιά σου στέκει ταπεινή σαν ένα κουμπί

Σαν λαμπερό μεγαλόπρεπο σάβανο του γιου σου,

Μην κλαις.

Ο πόλεμος είναι καλός.

 

 

 

 

 

 

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας