Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

Διαβάστε επίσης:

 

 

Ο Γιώργος Νικολόπουλος παρουσιάζει

τους σύγχρονους Έλληνες ποιητές

 

 

1 - ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

 

Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1962. Τελείωσε την Νομική Σχολή στην Θεσσαλονίκη και δούλεψε για 18 χρόνια στην τράπεζα. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές (Σχέσεις Σιωπής, εκδόσεις Εγνατία, 1984, Η νύχτα είναι μια φάλαινα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείου Λοξίας 1990, Η αναχώρηση της Λαίδης Κάπα, εκδόσεις Νέα Πορεία 2004, Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια, εκδόσεις Νέα Πορεία 2006, Η Αλεπού και ο Κόκκινος Χορός, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2009), ένα μυθιστόρημα (Ψιθυριστά, εκδόσεις Παρατηρητής 2002) και ένα θεατρικό έργο (Ορφέας στο μπαρ, εκδόσεις Πάροδος, 2005). 
Ποιήματα και διηγήματα της έχουν δημοσιευτεί στα μερικά από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά, εντυπα (όπως Μανδραγόρας, Εντευκτήριο, Ένεκεν, Πάροδος, Παρέμβαση, Πλανόδιον, Εμβόλιμο), και ηλεκτρονικα (όπως poetica, Ποιείν, e-poema, Μπιστρό).

Ο Τόλης Νικηφόρου έχει γράψει γι αυτήν: Η Χλόη Κουτσουμπέλη φέρει την αδιάψευστη σφραγίδα της δωρεάς. Είναι το αυθεντικότερο ποιητικό ταλέντο που έχω γνωρίσει στη ζωή μου.

Πρόσφαρα, το Σεπτέμβρη του 2011 το περιοδικό Πάροδος αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος (τ.47) αποκλειστικά στη Χλόη Κουτσουμπέλη.
Αντιγράφω από το περιοδικό αποσπάσματα από ένα κείμενό της για την ποίηση και τους ποιητές:
Δεν θέλω να με ρωτούν γιατί γράφω, με την ίδια λογική που κανείς δεν ρωτάει ένα ψάρι γιατί κολυμπά ή ένα πουλί γιατί πετά ή μία πεταλούδα γιατί ζει τόσο λίγο...
..Δεν πιστεύω ότι το γράψιμο μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Το να είναι κανείς ποιητής δεν προϋποθέτει ούτε εξασφαλίζει την ηθική του ακεραιότητα. Αυτό ίσως όμως που μπορεί να καλλιεργήσει η ποιητική γραφή είναι η ευαισθησία με την έννοια ότι οι ποιητές είναι συνήθως ανοιχτοί στους ψίθυρους του άυλου κόσμου, στο αφανέρωτο και στο Μυστικό, στις κρυφές σιωπές του άλλου Σύμπαντος, εκεί που κατοικούν οι σκιές...
...Γράφω μόνο για τον εαυτό μου; Θα μου αρκούσε να διάβαζα μόνο εγώ τα γραπτά μου; Νομίζω πως όχι. Νομίζω πως γράφω για να μ αγαπούν... 

Εγώ τη Χλόη Κουτσουμπέλη την είχα ακούσει σαν όνομα αλλά την διάβασα για πρώτη φορά στο poetica, με το ποίημα Το είδωλο, που μου έκανε μεγάλη εντύπωση - και με τράβηξε ακόμα περισσότερο επειδή είχε παρόμοια θεματολογία με ένα διήγημά μου που είχε μόλις εκδοθεί εκείνη την εποχή.
Ύστερα άρχισα να την συναντάω σε διάφορες ανθολογίες και διαπίστωσα ότι ήταν μια από τις πιο αξιόλογες ποιητικές φωνές που είχα συναντήσει.
Μετά συναντηθήκαμε στο Facebook, και έτσι επικοινωνήσαμε για πρώτη φορά. Οι περισσότεροι σύγχρονοι έλληνες ποιητές βρίσκονται στο Facebook και υπάρχει εκεί μια πολύ ενεργή ποιητική κοινότητα. Η Χλόη πολύ συχνά δημοσιεύει παλιά και καινούργια της ποιήματα - έτσι είχα την ευκαιρία να γνωρίσω πολύ περισσότερο το έργο της και να το θαυμάσω ακόμα περισσότερο. Δημοσιεύει επίσης ποιήματα άλλων ποιητών - μου είχε κάνει μάλιστα την τιμή να δημοσιεύσει και μερικά δικά μου.

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη έχει μια αρκετά διακριτή θεματολογία. Η Πηνελόπη και ο Οδυσσέας, η απώλεια, η Αντιγόνη και ο Οιδίποδας, η απώλεια, το σκάκι, η απώλεια, οι άντρες, η απώλεια, ο Πήτερ Παν και η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, η απώλεια... Είναι τόσο ιδιαίτερος ο τρόπος που γράφει, ώστε μπορεί να αναφερθεί στο ίδιο θέμα σε δεκάδες ποιήματα και να μην γίνει ούτε για μια στιγμή βαρετή ή μονότονη. Ποτέ δεν πίστευα ότι υπάρχει αντρική και γυναικεία γραφή στην ποίηση. Η Χλόη Κουτσουμπέλη με έπεισε ότι υπάρχει. Νομίζω ότι έχει την απόλυτη γυναικεία γραφή.

Δεν θέλω να πω άλλα, όμως. Δεν μου αρέσει να μιλάω για την ποίηση - πιστεύω πως ο καλύτερος τρόπος για να νιώσουμε την ποίηση είναι να την διαβάσουμε, αυτός άλλωστε ήταν και ο στόχος μου όταν ξεκίνησα να γράφω την συγκεκριμένη σειρά. Ας διαβάσουμε Χλόη Κουτσουμπέλη, λοιπόν.

Σε αυτό το σημείο είχα μια μεγάλη δυσκολία. Ξεκίνησα με σκοπό να δημοσιεύσω 20-25 ποιήματα και τελικά αυτά που διάλεξα ήταν αρκετές εκατοντάδες. Με μεγάλη προσπάθεια κατάφερα να περιορίσω κάπως τον αριθμό τους και κατέληξα στα παρακάτω ποιήματα. Ξεκινάω με τις 5 συλλογές, σε χρονολογική σειρά, και ακολουθούν τα ανέκδοτα ποιήματα και όσα είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά.

από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής, 1984:

Προσπάθεια διάσωσης


Η μέρα που τρεκλίζει
σέρνοντας το ξυλωμένο της ποδόγυρο,
οι άνθρωποι που σε χαιρετούν,
οι άνθρωποι που χαιρετάς,
η αγωνία να χαιρετάς
αυτούς που σε χαιρετούν,
οι λέξεις που λέγονται
και οι λέξεις που δε λέγονται,
η αγωνία των λέξεων
που δε λέγονται,
όλη η ζωή μας,
η μη ζωή μας,
με κάνουν ντυμένη λέξεις,
να γίνομαι ποίημα,
τελευταία προσπάθεια διάσωσης
για κάτι που ίσως
και νάχει πάψει να υπάρχει.

από τη συλλογή Η Νύχτα είναι μία φάλαινα, 1990:

Γη της επαγγελίας 


ΙΙΙ

Δεν με φοβίζει
που τούτο το μολύβι
δεν αφήνει μελάνι
αλλά ίχνη από λιωμένο ουρανό
ούτε με φοβίζει
πως αντί για χαρτί 
γράφω πάνω στο κορμί σου,
ζεστή αμοιβάδα από μυρωμένο χαμομήλι,
ολόγυρα, παντού.
Με φοβίζει μόνο
που κάποια μέρα,
θα γράφω πάλι σε χαρτί,
ποιήματα με μελάνι.

Φάσεις φεγγαριού

ΙΙ

Πλανήθηκα στις κατηφόρες
των αποστεωμένων προσώπων,
γλίστρησα σε μωβ παράλληλες
απέφυγα τους σκόπελους
των μαύρων δελεαστικών μαξιλαριών,
ξεκουράστηκα στους άσπρους τοίχους
των κυλινδρικών σπιτιών,
δεν μ άγγιξε κανείς
μα ούτε εγώ πλησίασα κανένα,
πού και πού
μερικοί τολμηροί
βούλιαζαν τα δάχτυλα τους
στο πρόσωπο μου
και σαν πείθονταν
πως δεν έχω πρόσωπο,
τότε ανακουφισμένοι
με χτυπούσαν φιλικά στη πλάτη,
ενώ εγώ ταξίδευα
όλο το βράδυ,
ακροβατώντας
πάνω στα ζαχαρωμένα χείλη ενός ποτηριού
γεμάτου από ουίσκυ. 

από τη συλλογή Η Αποχώρηση της Λαίδης Κάπα, 2004:

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες; 


Ι

Κατά τα μεσάνυχτα,
μία βάρκα αποχωρεί.
Ένας γέρος καλόγερος
ανάβει χάρτινα φανάρια
που σιωπηλά επιπλέουν στο νερό.
Οι ποιητές επιβιβάζονται αργά,
σκιές που φωσφορίζουν στο σκοτάδι.
Είναι συνήθως ντυμένοι ελαφρά,
(πόσο αναμενόμενο αι απρόσμενο
είναι πάντα το ταξίδι),
άλλοι φορούν τριμμένα πανωφόρια
και άλλοι από μετάξι κάπες,
άλλοι τζιν μπουφάν και λιωμένα παντελόνια, 
κάποιες γυναίκες φορούν δαντελένιες νυχτικές,
άλλες μακριά φορέματα και κρινολίνα,
κι άλλες ντυμένες είναι με κοστούμι και γραβάτα.
Η βάρκα γλυστράει αθόρυβα στο αλλόκοτο τοπίο,
το δάσος μισοπνιγμένο μες στη λίμνη,
μπλέκουν τα κλαδιά των δέντρων
τα μακριά μαλλιά των ποιητών,
κι η βάρκα μετεωρίζεται στους κορμούς των δέντρων,
ανάμεσα στις φυλλωσιές και στους καρπούς τους.
Τα νερά της λίμνης είναι ζεστά,
γεμάτα μικροοργανισμούς, θολά,
η λίμνη γουργουρίζει,
κάτι ζωντανό κοχλάζει στον βυθό της.

IV

Όλοι οι ποιητές κουβαλούν
πάνω τους κάτι αιχμηρό.
Είτε μια παλιά καρφίτσα στη γραβάτα,
είτε μανικετόκουμπα ασημένια
που μπήγονται στη σάρκα,
ή κοχύλια μυτερά, ξυράφια,
σπασμένα μπουκάλια από αψέντι,
αλεξανδρινούς κονδυλοφόρους
ή σουγιάδες ναυτικούς
ή μία μόνο λέξη
όπως λείπεις ή μάνα ή ποτέ.

ΙΧ

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο στο χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι,
αφήνουν μικρά κόκκινα χνάρια από αίμα;

Αντιγόνη

Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη, όταν φεύγει.
Ένα δαντελένιο γάντι στα μεταξωτά σεντόνια,
μιαν αχνιστή σταγόνα από λεμόνι
στο μάγουλο του φίλου,
ένα φευγαλέο άγγιγμα στο μπράτσο του εραστή,
ένα αποτύπωμα χειλιών στο πορσελάνινο φλιτζάνι
του τσαγιού που μισοπίνει βιαστικά.
Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,
το αραχνούφαντο μαντήλι μουσκεμένο
απ' τα ξαφνικά δάκρυα της στιγμής
το ομπρελίνο της βαμμένο στα χρώματα
της εύθραυστης βροχής.
Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,
το φόρεμά της θροίζει καθώς τρέχει,
η βεντάλια της αλλάζει εποχές.
Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη.
Γι αυτό και πάντα φεύγει.
Μόνο κάποιες νύχτες, αρχίζει κάτι να θυμάται,
φοράει την νεκρική της μάσκα,
ρίχνει στάχτη στα μαλλιά της,
θαμμένη στη σπηλιά της,
θρηνεί τους άταφους νεκρούς της.

Μικρή Γοργόνα

Συνέβη τότε 
που ακόμα πίστευα στους πρίγκηπες. 
Δεν μου το ζήτησε αυτός,
μόνη μου προσφέρθηκα.
Η ουρά μου φεγγοβολούσε ολόκληρη 
και μύριζε λεμονανθούς. 
Τα βραδυα την άπλωνα στ αστέρια να στεγνώσει,
και μερικές νύχτες μου μουρμούριζε τραγούδια.
Ποτέ του δεν του άρεσε η ουρά μου. 
Την έβρισκε απωθητική. 
Για χάρη του το έκανα. 
Ήπια το φίλτρο. 
Ύστερα πονούσα. 
Πόνοι με ξέσκιζαν στα δύο, 
κοβόμουνα στη μέση 
σπαρτάριζα σαν ψάρι στη στεριά. 
Προκρούστες μου κόβαν τα κομμάτια
που περίσσευαν,
ταπεινωμένη ένιωθα μετά.
Με τα καινούργια πόδια μου άξιζαν τον κόπο. 
Αυτός πολύ χαιρόταν με τα θαυμαστά 
καινούργια πόδια μου. 
Εύκαμπτα ήταν, καλογραμμένα, 
γάμπες, αστράγαλοι, μηροί, γοφοί 
όλα στην εντέλεια πλασμένα. 
Γυναικεία. 
Μόνο που κούτσαινα, σαν περπατούσα.
Μόνο που σαν έτρεχα, πονούσα.
Μόνο που δεν τάνοιωθα δικά μου. 
Μόνο που λαχταρούσα την άγρια,
τη θαλασσινή μου ουρά, 
τον μοναχικό μου βράχο,
τις τρικυμίες,
την αλλοτινή μου νύχτα. 
Ύστερα ο πρίγκηπας παντρεύτηκε μία άλλη. 
Πριγκίπισσα αληθινή όπως επιβεβαίωσαν 
τα δώδεκα μπιζέλια. 
Κι εγώ γοργόνα για πάντα στην ψυχή 
επέστρεψα στην θάλασσα για πάντα.

Η αποχώρηση της λαίδης Κάπα

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται,
δεν παραδίδει,
μόνο αποχωρεί,
την κατάλληλη εκείνη στιγμή,
που το ρολόι της σάλας
χτυπάει το τέλος.

Τότε η Λαίδη Κ. κατεβαίνει
τη δρύινη σκάλα,
το βαρύ της φόρεμα κυλάει στα σκαλοπάτια,
η Λαίδη Κ. φοράει πάντα
μαύρο βελούδο και μαργαριτάρια στο λαιμό,
οποιοσδήποτε μπορεί να την αγγίξει
έτσι καθώς ανάλαφρα γλυστράει μες στη σάλα,
κανείς ποτέ δεν την αγγίζει,
μαύρο βελούδο φοράει η Λαίδη Κ.
μαύρα βελούδινα τα μάτια της
αστράφτουν στο σκοτάδι.
Ποτέ δεν φωνάζει η Λαίδη Κ.,
ποτέ δεν κλαίει,
τα δάκρυα είναι στολίδια,
που τα φοράει γυμνή
στον καθρέφτη της τα βράδια.

Καθώς η Λαίδη Κ. γλυστράει μέσα μες στον χρόνο
αφήνει πίσω ένα άρωμα πικραμύγδαλου και μέντας
το κολιέ της χαλαρώνει και της πέφτει,
τα μαργαριτάρια πέταλα από άγρια τριαντάφυλλα,
σκορπίζονται στη σκάλα,
η Λαίδη Κ. είναι μόνη,
κανείς δεν την ακούει να ουρλιάζει
το βράδυ στο σκοτάδι.

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται.
Δεν θα παραδοθεί.
Μόνο την κατάλληλη στιγμή.
Θα λύσει τα μακριά φλογισμένα της μαλλιά
θα πετάξει κρινολίνα και βελούδα,
και ανέγγιχτη έξαφνα
θα γίνει μία μικρή κόκκινη αλεπού
που σαν σπίθα θα χαθεί
για πάντα μες στο δάσος.

Όταν κρατώ το χέρι σου

Στο σεληνιακό τοπίο του χεριού σου,
τυλίγω τα δάχτυλά μου
γύρω από τα μοναχικά δέντρα της παλάμης σου.
Στη Νέα Ορλεάνη ένα σαξόφωνο παίζει ένα
λυπημένο μπλουζ,
στη Λάρισα οι βροχές πλημμύρισαν τους δρόμους, 
στο Νυμφαίο,
μία αρκούδα κλείνει τα βλέφαρά της
και κοιμάται.
Και όμως, 
όταν κρατώ το χέρι σου,
δύο ήπειροι ενώνονται ξανά,
για να αποσπαστούν βίαια πάλι,
ένα κοριτσάκι στη Στοκχόλμη
αφήνει ένα πνιχτό κόκκινο γάντι
να πέσει στο χιόνι,
ενώ γλιστρά στα παγοπέδιλά του.
Όμως όταν κρατώ το χέρι σου,
γλιστρώ στις χορδές της πιο απόκοσμης κιθάρας,
και παράγω τον ήχο
που κάνει μια αράχνη
καθώς υφαίνει τον ιστό
που φωσφορίζει στο κενό.

Χρόνος

Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
που αφήνει πίσω του
μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό. 

από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια, 2006:

Η οικογένειά μου


Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο
και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,
αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,
κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων
τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα
ή του ανοιχτού παράθυρου
στη μέση μιας ερήμου.
Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.
Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα.
με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.
Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,
κρυστάλλινος και διάφανος,
σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος
και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,
που πάντα έμπαινα στον πειρασμό
να τον ρίξω κάτω για να σπάσει.
Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,
στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,
έτρωγα κέικ από μοναξιά,
σ' ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι.
Υστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,
ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,
ο αδελφός μου παντρεύτηκε την Νύχτα
και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στην θάλασσα.
Κι από όλη την οικογένειά μου
απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές
να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.

Μαμά από ζυμάρι

H μαμά μου ήταν μαλακή.
Βούλιαζα μέσα και χανόμουν.
Με χάιδευε στο μέτωπο.
Μύριζε γάλα και μαλακή βροχή.
Όταν κοιμάμαι μέσα σου,
αλλάζεις και φουσκώνεις
κι εγώ πάλι παιδί,
βάζω το δάχτυλο στο στόμα
και σφίγγω το πάνινο αρκουδάκι μου.

Όταν μπαίνεις μέσα μου 

Όταν μπαίνεις μέσα μου,
το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά.
Μα την ίδια στιγμή,
μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει,
σε κρύο διάδρομο,
σε άδειο σπίτι.

Στην οδό Αγίου Δημητρίου,
ένα κοριτσάκι μου γνέφει λυπημένα.

Ο άγγελός μου είναι λυπημένος

Ο άγγελός μου είναι λυπημένος.
Δεν έχει σάρκα, δεν ποθεί,
καίγεται μα δεν λιώνει.
Οταν ακούει τη λέξη σ' αγαπώ
χαιδεύει την πληγή ανάμεσα στα πόδια του
και κλαίει.

Δεν ξέρω γιατί ο άγγελός μου είναι λυπημένος.
Σκεπάζει όλη μέρα τους καθρέφτες με σεντόνια
και παίζει σκάκι με πιόνια από πάγο. 

Ο άγγελός μου ζει σε χώρα παγωμένη.
Όταν βήχει,
φτύνει αίμα στις παλάμες.
Το αίμα του αγγέλου μου
είναι από χιόνι,
ζει σε φιλιά από χείλη πάντα ανέγγιχτα,
ζει μέσα σε δάκρυα που ποτέ τους δεν κυλήσαν.

Ο άγγελός μου είναι παλιός.
Τις νύχτες μου με χάιδευε κρυφά.
Τα δάχτυλά του από μετάξι.
Ύστερα έγινε απουσία.
Κι αυτός.

Ο άγγελος μου φταίει, ξέρετε.
Που δεν αγάπησα ποτέ κανένα, εννοώ.
Θέλω να πω, ότι πάντα έμπαινε
ανάμεσα σε μένα και τους άλλους,
κι όριζε απόλυτα εκείνη την υγρή πτυχή
ανάμεσα στην επαφή και στο ανέφικτο.

Ο άγγελος μού θυμίζει τη μαμά μου.
Κάθε βράδυ κι αυτός
γλυκά με νανουρίζει
και μετά με ξαπλώνει
στη ματωμένη κούνια μου.

Κοιμήσου.

Το χάρτινο φιλί

Με χάρτινα χείλη φιλάει ο ποιητής,
με χάρτινα δάχτυλα αγγίζει.
Όταν όμως ερωτεύεται,
πηχτή και κόκκινη η καρδιά του
κυλιέται ζωντανή στο χιόνι.

Ροτόντα

Ροτόντα.
Μεσημέρι προς βράδυ.
Ψιχαλίζει μικρά πουλιά.
Δεν με αγγίζεις.

Είσαι ολόκληρος μέσα μου.

Αλχημεία

Πρώτα την ύλη, αρχέγονη.
Φωτιά, νερό, αέρα, χώμα.
Ύστερα κορμί, όχι όμως οποιοδήποτε.
Προσοχή στον πόνο.
Ένα κουταλάκι την ημέρα αρκεί.
Αλάτι ας έχει άφθονο,
ας γίνει αλυκή από χρόνο νεκρό.
Πολύ πικρό, δεν πρέπει νάναι,
ούτε όμως και πολύ ζαχαρωμένο
από σιρόπι ψευδαισθήσεων.
Καλύτερα γλυκόπικρο,
σαν επαφή που έμεινε ανέπαφη,
σαν όνειρο που έπαψε να ονειρεύεται,
σαν ένα κορμί που αστραπιαία 
συνάντησες σε ξέστρωτο κρεβάτι,
ενώ το μόνο που ήθελες
ήταν το χάδι στα μαλλιά.
Ύστερα το καίμε
σε δυνατή φωτιά,
ενώ συγχρόνως προσποιούμαστε πως ζούμε,
(στο μεταξύ η ψυχή είναι ακόμα ζωντανή
και σπαρταράει στο βραστό νερό)
και κάπου σ ένα σύμπαν μακρινό
ένα μικρό παιδί
κοιτάζει έξω από το τζάμι τις νιφάδες
που το χωρίζουν απ τον κόσμο.
Και τότε ξαφνικά και μαγικά,
η σάρκα μετατρέπεται σε ποίημα.

Η λάθος ερώτηση

Θα μ' αγαπάς για πάντα;
ρώτησε η Αλίκη τον βιαστικό Λαγό.
Μια καμπάνα χτύπησε κάπου μακριά,
τα τραπουλόχαρτα σωριάστηκαν με θόρυβο
κι ο λαγός χάθηκε στην τρύπα του.
Με τι ο γράφεται η απώλεια;
ρώτησε μια σοφή κάμπια 
που κάπνιζε την πίπα της
επάνω σ' ένα μανιτάρι.
Η Αλίκη μίκρυνε απότομα
κι ύστερα βασανιστικά
άρχισε να μεγαλώνει.

Πηνελόπη

Όλοι οι μνηστήρες φορούν την ίδια μάσκα,
τραγόμορφοι σκύβουν πάνω μου
και με χαϊδεύουν
με δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια.
Πού να ναι τώρα ο Οδυσσέας,
πόσοι μικροί σταλακτίτες
παγώνουν σ ένα δάκρυ,
γιατί ο ουρανός κοιμάται πάντα
με τα μάτια ανοιχτά,
γιατί ο Οδυσσέας είναι ξένος
και το όνομά μου Πηνελόπη
και δεν έχω δική μου ούτε στεριά, ούτε νησί,
ούτε πόλεμο να πολεμήσω,
ούτε Δούρειο Ίππο να κρυφτώ
γιατί το φεγγάρι έχει πάντα ένα πρόσωπο κρυμμένο
σ ένα πηγάδι χωρίς βυθό;
Γιατί τέλος ότι ποίημα και να υφάνω
έχει για κλωστές βελούδινες γυναίκες
που λάμπουν για λίγο στο σκοτάδι
πριν σβήσουν για πάντα στην σιωπή;

Ιφιγένεια

Σωπαίνεις.
Σε λευκό μανδύα τυλιγμένος
μου διδάσκεις πόνο και ηδονή.
Τεράστιος ορθώνεται, πατέρα,
ο ίσκιος σου επάνω απ το βωμό.
Εραστής και ξένος
ο αγαπημένος δήμιος.
Βλέπεις, οι σκοπιμότητες.
Το διαζύγιο, ο ούριος άνεμος,
τα πλοία που δεν έφυγαν ποτέ
για την χαμένη Τροία,
ο χρόνος που σταμάτησε,
ο θάνατος που με νυμφεύεται
αντί του Αχιλλέα.
Κόκκινος ο μανδύας σου από αίμα.
Κι εσύ φοράς το μαύρο σου καπέλο
στρίβεις ατάραχος το πόμολο της πόρτας.

Το μόνο που χρειαζότανε ήτανε μία θυσία.

Στιγμή-Σταχτοπούτα

Μεσάνυχτα.
Δώδεκα φαλακροί καλόγεροι σε ψάχνουν μες στη νύχτα.
Φόρα το γυάλινο γοβάκι σου
και πήδα στο κενό.

Πήτερ Παν

Πέτα μαζί μου μεσ στη νύχτα 
κορίτσι από δαντέλα, 
πάμε στην χώρα του Ποτέ 
να βρούμε τα παιδιά που χάθηκαν 
κι εκείνα τα άλλα, 
που πονάει τόσο να τα βρούμε. 
Στη χώρα του Ποτέ Ξανά 
τα παιδιά δεν μεγαλώνουν, 
ντύνονται Ινδιάνοι, 
και χορεύουν γύρω από την πληγή. 
Στη χώρα του Ποτέ Χωρίς
τα παιδιά δεν έχουνε μαμά,
ρίχνουν στις φλέβες τους χρυσόσκονη
για να πετούν και να ξεχνούν.
Έλα μαζί μου Γουέντυ των δακρύων, 
(γι αυτό άλλωστε σε επέλεξα,
είσαι επίτιμος δοκιμαστής δακρύων,
ξέρεις τη γεύση και το χρώμα τους
και την παράξενη οσμή της νοσταλγίας),
σου υπόσχομαι λευκό, ατόφιο πόνο,
υπόσχομαι να σε εγκαταλείψω 
να πετάς μόνη με την λευκή σου νυχτικιά 
πάνω από το παλιό ρολόι του Λονδίνου,
(οι δείκτες του έχουν για πάντα σταματήσει 
την ώρα που η μαμά εγκατέλειψε το σπίτι),
μα για αντάλλαγμα 
θα σου χαρίσω ένα ποίημα 
από χρυσόσκονη και αίμα 
και βραδινό αεράκι του Λονδίνου.

Πινόκιο

Θα κουραστώ, είπε ο Πινόκιο.
Με πιέζεις, θέλεις να σ' αγαπώ
με βούλες και σφραγίδες
και κάποια στιγμή το ξέρω,
θέλεις να πάψεις να είσαι μαριονέτα από χαρτί
και να γίνεις αληθινό κορίτσι,
κι εγώ, ο Πινόκιο,
δεν αντέχω τα αληθινά κορίτσια,
τις ευχές και τις χαζοχαρούμενες νεράιδες,
γιατί, εγώ ο Πινόκιο,
ζω μέσα στην κοιλιά μιας φάλαινας
που κλαίει.

Ηφαίστειο και καπνός

Σχεδόν απάντησε αυτός.
Μπορεί, άσε να δούμε,
είναι ρευστά τα πράγματα,
μα δεν το αποκλείω.
Καίγομαι, είπε αυτό.
Σου στέλνω κάθε μέρα αχνιστά φιλιά,
κόκκινα περιστέρια από λάβα,
μου λείπεις.
Είμαι απλώς πιο πρακτικός,
είναι στη μέση κι η δουλειά,
στο τέλος θα βρεθούμε,
αν όχι τώρα, ίσως μετά.
Καλά, είπε τότε το ηφαίστειο
κι εξερράγη
κι όλα γύρω του πλημμύρισαν
δάκρυα καυτά κι ελπίδες
ενώ ο γκρίζος καπνός αδιάφορα
διαλύονταν ψυχρά μες στον αέρα.

Νυχτερινό 

Ναι κύριε,
μόνο για μια νύχτα.
Θα είναι το μικρό μας μυστικό.
Ένα ποτό ακόμη;
Ευχαρίστως.
Βλέπετε, τις νύχτες
φορώ ξένα κορμιά
και ταξιδεύω
στους καθρέφτες.
Γνωρίζετε τον Γουλιέλμο Τέλλο;
Ένα κόκκινο μήλο η ζωή μου,
νήμα από άχνη ζάχαρη
εμποτισμένο σε ουίσκυ.
Αν έχω αδυναμία στο ποτό;
Μετά την ποίηση
όλες οι άλλες έξεις ξεπερνιούνται.
Αν φοβάμαι τον θάνατο;
Όχι περισσότερο από εσάς.
Αλλωστε κι εσείς, ο Θάνατος δεν είστε;
Δεν με κοιτάτε πίσω από μια μάσκα;
Δεν με αγγίζετε με γάντια;
Πέστε μου, κύριε,
μπορείτε να γράψετε;
Μπορείτε να βρείτε την ανοιχτή πληγή
κι εκεί μέσα στον πυρήνα
ανάμεσα στο αίμα,
μπορείτε, κύριε, να αιμορραγείτε
και να γράφετε ταυτόχρονα;
Ναι, συγγνώμη, παρασύρθηκα.
Όμως πριν φύγετε,
μία ακόμα ερώτηση για σάς.
Πόσα μωρά τίποτε
πεθαίνουν σε μια νύχτα
μέσα σε μια παλάμη 
που δεν αγγίχτηκε;
Καλή σας νύχτα.

Το κουτσό

Θα παίξουμε κουτσό
είπε η Μαρία στον Μανώλη
κι όποιος νικήσει,
θα δείξει στον άλλο την πληγή του.
Ύστερα παντρεύτηκαν.
Η Μαρία φορούσε νυφικό από βροχή
κι η εκκλησία ήταν από λάσπη.
Πάνω στο κλαδί ενός δέντρου
δυο περιστέρια από στάχτη
κουνούσαν λυπημένα το κεφάλι
για τα ανθρώπινα μάταια παιχνίδια.

Για πάντα

Για πάντα όπως ποτέ.
Ποτέ σου δεν μ' αγάπησες.
Ή ήταν οι μεταξωτές κλωστές αράχνης
που μας μπέρδεψαν
και πάλι;

Ιστορία αγάπης

Τον συνάντησε στο δάσος.
Γυμνός ήταν, κυνηγός.
Κυνηγούσε λέξεις.
Τις αιχμαλώτιζε με απόχη,
τις βαλσάμωνε δικές του.
Δεν του μιλούσε.
Καθόταν δίπλα του αθόρυβα.
Φορούσε μενεξεδένια κι άσπρα
φορέματα και κρινολίνα
από άχνη και κανέλα.
Αυτός την κοίταζε κρυφά,
ενώ συγχρόνως κυνηγούσε
τη λέξη απέχω ή τη λέξη νοσταλγώ.
Αυτή είχε μικρούς καθρέφτες νάρκισσους
πάνω της κεντημένους,
παγίδευαν το βλέμμα προς τα έξω
ή ίσως δεν τολμούσε να κοιτάξει
την άλλη γυναίκα
που δίπλα της πνιγόταν σε πηγάδι.
Ύστερα αγαπήθηκαν.
Ο κυνηγός αγάπησε τη λέξη αγάπη
κι αυτή τον κυνηγό μες στους καθρέφτες της.

Ο βραδινός περίπατος της Λαίδης Ήταν

Περπατάει στο σκοτάδι,
το φόρεμα θροϊζει μες στη νύχτα
άσπρη σαν θάνατος
κόκκινη σαν αλεπού
μαύρη σαν νυχτερίδα
βραχνές κοφτές ανάσες
μικροί αποκεφαλισμοί
κοάσματα βατράχων
κι ένα φεγγάρι κοφτερό γυαλί
να κόβει επιδέξια τις φλέβες.

από τη συλλογή Η αλεπού και ο κόκκινος χορός, 2009:

Παρτίδα σκάκι 


Καθίσαμε απέναντι.
Τα δικά μου πιόνια ήταν σύννεφα.
Τα δικά του σίδερο και χώμα.
Αυτός είχε τα μαύρα.
Σκληροί, γυαλιστεροί οι πύργοι του 
επιτέθηκαν με ορμή
ενώ η βασίλισσά μου
ξεντυνόταν στο σκοτάδι.
Ήταν καλός αντίπαλος,
προέβλεπε κάθε μου κίνηση
πριν καλά καλά ακόμα την σκεφτώ
κι εγώ παρόλα αυτά την έκανα,
με την ήρεμη εγκατάλειψη αυτού
που βαδίζει στον χαμό του.
Στο τέλος τέλος ίσως με γοήτευε
το πόσο γρήγορα εξόντωσε τους στρατιώτες
τους αξιωματικούς, τους πύργους, τα οχυρά,
τις γέφυρες, τον βασιλιά τον ίδιο
πόσο εύκολα διαπέρασε, εισχώρησε και άλωσε
βασίλεια ολόκληρα αρχαίας σιωπής
και πως αιχμαλώτισε εκείνη την βασίλισσα από νεραιδοκλωστή
που τόσο της άρεσε να διαφεύγει
με πειρατικά καράβια
στις χώρες του ποτέ.
Ναι, ομολογώ ότι γνώριζα από πριν πως θα νικήσει.
Άλλωστε γι αυτό έπαιξα μαζί του.

Γιατί, έστω και μία φορά, μες στη ζωή
αξίζει κανείς να παίζει για να χάσει.

Η μικρή Γκρέις

Η μικρή Γκρέις
ζει ακόμα εδώ
με άσπρο φόρεμα φουρό
μαύρα λουστρίνια για παπούτσια
και καστανά μπουκλάκια στα μαλλιά. 
Πιπιλάει το δάχτυλό της.
Τις νύχτες σέρνεται στις σκοτεινές γωνίες
γλιστράει κάτω από το πάπλωμα σαν φίδι
οι εραστές πετιούνται πάνω τρομαγμένοι
στο χέρι κρατάει ένα κερί και τους φωτίζει
φεύγουν στο τέλος κάθιδροι από φόβο
και πίσω τους διπλοκλειδώνει 
την δρύινη πόρτα της καρδιάς μου.
Πότε θα μεγαλώσεις μικρή Γκρέις
πέρασαν κιόλας τριάντα χρόνια από τότε
οι μάσκες δεν ουρλιάζουν πια τα βράδια
το βαλσαμωμένο ελάφι δεν κουνάει τα κέρατά του
ο άνθρωπος σκιά δεν θα ξανάρθει
κανείς δεν θα βάψει κόκκινο
το λευκό σου νυχτικό.
Όταν έτσι της μιλώ
κλαίει με κοφτά αναφιλητά
νομίζει ότι θα φύγω.
Ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψω, ψιθυρίζω
και της χαϊδεύω τα μαλλιά
ενώ αυτή θηλάζει το αίμα των καρπών μου.

Ο λύκος

Τρώγαμε ήσυχα την σούπα μας
αυτός κι εγώ,
οι δυο μας, μόνοι.
Έξω χιόνι, μέσα σιωπή.
Ένα ρολόι ρυθμικά θάβει τον χρόνο.
Ξάφνου ακούγεται ουρλιαχτό
και έξω από το τζάμι
βλέπω να χάσκει 
το στόμα ενός λύκου
σάλια και αίμα.
Πίσω από το γυαλί
ακούω την ανάσα να κοχλάζει
μυρίζω την λαχτάρα του.
Πριν ο άντρας προλάβει να αντιδράσει,
ένα προς ένα πετάω όλα μου τα ρούχα 
την πόρτα ανοίγω
και αφήνομαι γυμνή
να με ξεσκίσει.

Η αρρώστια 

Το πλοίο είναι γεμάτο μετανάστες.
Φορούν τραγιάσκες και κοστούμια
που γυαλίζουν στους αγκώνες,
κοιτάζουν μία προκυμαία από σκόνη
και λευκά μαντήλια που ζωγραφίζουν το κενό.
Σε μιαν εξέδρα ένας βιολιστής
παίζει κόκκινο βιολί,
φορώ ένα μαύρο φουστάνι και δεν έχω μαλλιά,
κλαις και δεν ξέρω πώς να σ αγκαλιάσω,
σαν να διασχίζουμε τον χρόνο
σε έρημα πλοία φαντάσματα
που προσκρούουν συνέχεια σε παγόβουνα
μόνο και μόνο για να,
για να μην,
επειδή δεν γίνεται χωρίς
αλλά ούτε και με,
κι ο βιολιστής παίζει παράφορα βιολί
κι ενώ όλοι αρχίζουν να χορεύουν
μου κλείνει μυστικά το μάτι
ενώ πίσω στην πόλη,
τα ποντίκια μεταδίδουν την πανούκλα
που χωρίς να ξέρουμε
όλοι μας κουβαλάμε 
μες στο πλοίο. 

Επιστροφή

Η γυναίκα ξαναγύρισε.
Κόκκοι σκόνης αιωρούνται στο τραπέζι,
τα παιδιά τρώνε πρωινό,
ο άντρας διαβάζει εφημερίδα,
κανείς δεν την προσέχει
που βηματίζει ανάλαφρα
που ζυμώνει το ψωμί
που βάζει την τσαγιέρα στη φωτιά.
Όλα είναι ίδια όπως παλιά.

Κανείς δεν παρατηρεί
την γαλάζια λωρίδα ουρανού
πάνω στα μαύρα της μαλλιά.

It takes two to tango

Τις νύχτες χορεύω ταγκό.
Μικροί πιγκουίνοι χειροκροτούν θερμά
και σερβίρουν παγωμένη σαμπάνια
στα φαντάσματα του κήπου.
Ο καβαλιέρος μου εξατμίζεται,
σηκώνω την πολύχρονη φούστα
και πηδάω στο κενό.

Εύα

Με παρέσυρε.
Πυκνά φυλλώματα, υγρά.
Δεν φορούσε πρόσωπο.
Άγγιξα τότε ένα φίδι, την καρδιά του.
Κι ευθύς κατρακύλησα στο χώμα.
Ούτε θεός ούτε διάβολος.
Στον Κήπο, τον αποκαλούσαν άντρα.
Στο στόμα άφηνε γεύση μήλου σε αποσύνθεση.

Το σκιάχτρο 

Είμαι ένα σκιάχτρο που φοβάται,
διώχνω τους εφιάλτες
και τους έλκω,
το βράδυ χαϊδεύω τα σκοτάδια
το πρωί κουνώ τα χέρια στα πουλιά.
Είμαι ένα σκιάχτρο που φοβίζει,
στην έρημο μιας σχέσης με ανθρώπους.
Με τα χέρια μου- τσουκνίδες
ξεσκίζω το πρόσωπό μου
και τους άλλους.
Μα κάτω από τα άχυρα
και την σκισμένη μπλούζα
ένα κοράκι κρύβω,
στιλπνό,
μαύρο,
μόνο,
το πιο έρημο κοράκι,
την καρδιά μου. 

Η φιλόζωη Λαίδη Ήταν ταϊζει τους σκίουρους του κήπου

Πόσο λατρεύει τους σκίουρους η Λαίδη Ήταν.
Κάθε πρωί βυθίζει την ανία της
μες στο πυκνό τους τρίχωμα μετάξι
και κάθε σούρουπο
αφήνει να την δαγκώνουνε γλυκά
με τα εξαίσια κοφτερά τους δόντια.

Τα μάτια

Δεν είναι τα μάτια παράθυρα
ούτε καθρέφτες της ψυχής.
Είναι άγρια σκυλιά που αλυχτούν.
Η αγάπη δεν είναι ροζ ζάχαρη
ούτε ο έρωτας αρρώστια
που βήχει διακριτικά
κι αφήνει αιμάτινες κηλίδες
στο δαντελένιο μαντήλι της Κυρίας
που ύφαινε Καμέλιες.
Δεν έψαχνε η Έμμα Μποβαρύ
άντρες για να αγαπήσει,
κυνηγούσε μόνο την χαμένη της ψυχή.
Κι όταν τελειώνει μια ιστορία
οι άνθρωποι θάβουν τα κομμάτια τους στον κήπο
και κάθονται στα αραχνιασμένα τους τραπέζια
ενώ η Μις Χάβισαμ τους υποδέχεται
φορώντας το μουχλιασμένο νυφικό
ενός γάμου που δεν μπόρεσε ποτέ.

Ο άντρας που φεύγει

Αυτός ο άντρας όλο φεύγει.
Τον βλέπω να κινείται στο δωμάτιο
στα μακριά μαλλιά του σκαλώνουν νυχτερίδες
στην κάπα του φωσφορίζουνε αστέρια
νιφάδες από λύπη.
Ξέρω ότι φεύγει και πάω να του μιλήσω
δεν έχω χέρια ούτε φωνή
μόνο ένα παλιό τραύμα στους καρπούς
τότε στον Πύργο όταν με κλείσαν ζωντανή.
Κρυφά τα βράδια τον δένω με βιολετί κλωστή
κρύβω στις τσέπες του μπισκότα νοσταλγίας
πάνω στο πουκάμισό του καρφιτσώνω χάρτες από κερί
μήπως κάποια στιγμή ξεχάσει να γυρίσει.
Όταν ο άντρας φεύγει
τα σκυλιά ουρλιάζουν στο δωμάτιο
η ντουλάπα ανοίγει να με φάει
και η τσαγιέρα μου δαγκώνει αρπακτικά το χέρι.
Συνέχεια με διαβεβαιώνει.
Ποτέ, μου λέει ξανά
μου χαϊδεύει το κεφάλι
μα μέσα στα απαλά του μάτια
βλέπω πως έχει αρχίσει κιόλας
το σκοτεινό ταξίδι προς τα μέσα.

Το δάσος με τους τυφλοπόντικες

Μία τέλεια ημέρα.
Η Εγκατάλειψη δεν έχει καν συμβεί.
Το Κορίτσι φοράει ένα λευκό φουστάνι
η Μητέρα παίζει πιάνο στην αυλή
ο Πατέρας κυνηγάει ελάφια στον κήπο με τους Άλλους,
δεν έχει καν εμφανιστεί ο πρώτος εραστής
ούτε τα κουφάρια με τα φέρετρα έχουν φτάσει με το τρένο.
Όλα κλυδωνίζονται ανέμελα μέσα στις παπαρούνες.
Ύστερα το σπίτι βέβαια θα καεί
το αίμα θα βάψει με πινέλο την εικόνα
κανείς όμως δεν το γνωρίζει ακόμα.
Μία ακίνητη στιγμή μέσα στο χρόνο.
Και μόνο οι τυφλοπόντικες συνεχίζουν να σκάβουν το λαγούμι
και πού και πού οσμίζονται ανήσυχα
έναν ολόκληρο αιώνα που πνίγεται στην λίμνη.

Χωρίς

Θα ζήσεις χωρίς
είπε η μάγισσα
και μου έδωσε το φίλτρο
τα κοχύλια σου θα γίνουν χέρια για να γράφεις
Μα χρειάζομαι τα χέρια για να αγγίζω
μικρές μοβ ανεμώνες να χαϊδεύω
τα μάτια του να ψηλαφώ
τις σκιές στα βλέφαρα κουπιά
το σώμα του να κολυμπώ.
Δεν κατάλαβες λοιπόν
είπε η μάγισσα
και το πρόσωπό της ράγισε
χίλιες μικρές ρυτίδες.
Τα χέρια σου θα γράφουν
αυτά που ποτέ σου δεν θα αγγίξεις.

Ποιήματα δημοσιευμένα στο περιοδικό Πάροδος

Οι ευγενικοί ξένοι της οδού Καραολή


Μπαίνουν και βγαίνουν πάντα αθόρυβα
δεν ενοχλούν κανένα.
Βρίσκω πολλές φορές μια τούφα από μαλλιά
σε μία βούρτσα μες στο μπάνιο
ή υγρά χνάρια στον διάδρομο.
Πιάτα με αποφάγια στην κουζίνα
αποτυπώματα στο πόμολο μιας πόρτας,
ρούχα που σκόρπισαν στο πάτωμα
ένα ραδιόφωνο που κάποιος άνοιξε για λίγο
και το ξέχασε θαρρείς να παίζει αιώνια.
Ω, πόσο αγαπώ τους ξένους της οδού Καραολή.
Χρόνια τώρα ζω μαζί τους.
Κάποιες μέρες σχεδόν τους νιώθω.
Κάθονται απέναντι μου όταν γράφω.
Είναι σαν να με κοιτούν μέσα από γυαλί.
Σαν να απλώνουν το χέρι να χαϊδέψουν.
Σχεδόν σαν κάποιος κάποτε λίγο να με αγάπησε
και ξέχασε μετά τον δρόμο και το νούμερο.

Πόσο διακριτικοί είναι οι ξένοι της οδού Καραολή.
Αφήνουν πάντα το κλειδί κάτω απ την ψάθα.
Και μία μπαλκονόπορτα ανοιχτή
μήπως κάποιος θελήσει να πηδήξει.

Η κηδεία των 15.00

Ποιόν θάψαμε και πότε;
Στο τέταρτο κονιάκ έχασα τον λογαριασμό.
Τότε μπήκε στην αίθουσα
ο νεκρός πατέρας του φίλου μου
και κάθισε μαζί μας.
"Αφού πέθανε αυτή" μας είπε
"δεν είχα λόγους πια να ζω" .
Κι αδειάσαμε μονορούφι το μπουκάλι.

Η προετοιμασία

Έναν μήνα πριν τον θάνατο
είχες ήδη προετοιμάσει την κηδεία.
Ύστερα πήγαμε στο εξοχικό
να θάψουμε τον παππού που ζούσε ακόμα.
Στην αυλή τα περιττώματα του σκύλου κέρβερου
σάπια ξεκοιλιασμένα πορτοκάλια
ξανθές κατσαρίδες κήπου
που έβγαιναν τούφες απ τις υδρορροές
και στο δωμάτιο σκνίπες από σκόνη.
Έπρεπε να το είχα φανταστεί.
Το μαύρο μου φουστάνι, το βέλος,
τα γάντια που μου φόρεσες με ζόρι,
ο επικήδειος που επέμεινες να μάθω απέξω
όση ώρα εσύ κοιμόσουν θυμωμένος
ενώ έκλαιγα μόνη και γυμνή
σε μία μοναδική καρέκλα σκηνοθέτη.
Έπρεπε λέω τώρα,
να το είχα τότε φανταστεί.

Το κίτρινο ταξί 

Όχι κύριε με μπερδεύετε με κάποια άλλη.
Δεν ήμουνα εγώ αυτή
στο κίτρινο ταξί
ούτε καθόμουνα ποτέ στο πίσω κάθισμα μαζί σας.
Ούτε χιόνιζε, είμαι βέβαιη για αυτό
και όχι δεν έπεφταν νιφάδες στα μαλλιά μου.
Δεν έχω άλλωστε μαλλιά.
Δεν με φιλήσατε ποτέ, αλλιώς θα το θυμόμουν.
Και αν με φιλήσατε, εγώ δεν ήμουνα εκεί.
Ούτε ο οδηγός γύρισε καμία φορά πίσω το κεφάλι.
Σιωπηλά διέσχισε την λίμνη ως το τέλος
και που και που βύθιζε το κουπί
στα μαύρα ολόγυρα νερά.

Η εκδρομή

Ας προσποιηθούμε πως ουδέποτε συνέβη.
Το καλοκαίρι με τις ερεθιστικές του λεπτομέρειες.
Τα πεινασμένα στόματα των άστρων στο κρεβάτι μας.
Ο όρκος σου στην λακουβίτσα του λαιμού μου.
Ας υποκριθούμε ακόμα
πως δεν ξεπρόβαλες συνέχεια μπροστά μου
στο ολόφωτο νησί
στη ντουλάπα του ξενοδοχείου,
πίσω από τις κολώνες στα στενά καντούνια
ή καλύτερα ας αποδώσουμε αυτές τις ξαφνικές σου εμφανίσεις
στην κεκτημένη ταχύτητα
που έχουν οι στιγμές
που ενώ τις στραγγαλίζεις
συνεχίζουν ακέφαλες να περπατούν
στάζοντας αίμα.
Ναι, ας προσποιηθούμε.
Πως δεν ήταν αυτή η εκδρομή
που είχαμε σχεδιάσει από καιρό μαζί να πάμε.

Γιατί πίσω από κάθε ζωντανή εκδρομή
υπάρχει η δίδυμή της.
Η εκδρομή που δεν θα κάνουμε ποτέ.

Ποιήματα δημοσιευμένα σε άλλα περιοδικά 

Πηνελόπη ΙΙ
(δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο)

Περίμενα, περίμενα
xωρίς κορμί, μόνο ψυχή-καπνός για την εστία.
Είχα βέβαια και το κέντημα για παρηγοριά.
Ύστερα ήταν κι οι μνηστήρες
όμως έπληττα θανάσιμα με τα χοντρά αστεία.
Κάποια ανακούφιση ο Τηλέμαχος,
όμως κι αυτός έψαχνε τον πατέρα.
Ένα βράδυ έκανα έρωτα με έναν υπηρέτη.
Το σώμα του ζεστό ψωμί
έσταζε μέλι και κρασί.
Δεν με πείραξε που έγινε.

Μόνο ότι πεισματικά η Ιστορία το αγνόησε.

Το είδωλο (δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό Poetica) 

Σε κάθε καθρέφτη
υπάρχει πάντα ένα είδωλο
που κρύβεται από πίσω.
Κανείς ποτέ δεν νοιάζεται γι αυτό.
Γυάλινη γλιστράει η ζωή του
στην αθόρυβη επιφάνεια.
Κανείς δεν το αγγίζει
κι ούτε κι αυτό αναγνωρίζει
τον ξένο που κάθε φορά 
στέκεται μπροστά του.
Μηχανικά μιμείται τις κινήσεις.
Όταν ο ξένος σηκώνει το δεξί
αυτό κινεί το αριστερό
όταν ο ξένος βήχει
αυτό κoυνάει άηχα τα χείλη.
Μόνο όταν το σπίτι ερημώνει,
το είδωλο παίρνει το ξυράφι
το ακουμπά στις φλέβες των καρπών του
έτσι για να νιώσει ότι είναι ζωντανό. 
Όμως μόνο κενό αντικρίζει απέναντί του.
Γι αυτό με προσοχή κοιτάξτε τους καθρέφτες.
Αν είστε τυχεροί,
μπορεί και να το δείτε.
Πίσω από το πρόσωπό σας.
Το είδωλο που ουρλιάζει.

Αντιγόνη ΙV (δημοσιευμένο στο περιοδικό Παρέμβαση)

Τώρα γνωρίζει.
Ήρεμη γνώση, πάγος.
Δεν ήταν ο Κρέοντας ο εχθρός.
Ήταν εκείνο το ελάφι μέσα της
που λαχταρούσε υποταγή.
Μ' αυτό αναμετρήθηκε στην σκοτεινή σπηλιά. 

Η Αλίκη κερδίζει (δημοσιευμένο στο περιοδικό Παρέμβαση)

Αφού έχασε το Α η αλίκη
για μέρες ένιωθε λειψή
έχασε τις χώρες και τα θαύματα
τους πλουμιστούς λαγούς με τα ρολόγια
τα μανιτάρια που άλλοτε γίνονταν ομπρέλες
κι άλλοτε μικρές λακκούβες στην βροχή.
Τώρα ποιος άντρας θα την προσφωνήσει
ποιος θα την χρησιμοποιήσει ηρωίδα
σε ιστορίες με κουνέλια
και τραπουλόχαρτα στρατιώτες
αθόρυβη ανύπαρκτη θα μείνει η ζωή της
αυτά σκεφτόταν η αλίκη
με το μικρό ανυπεράσπιστό της α
ώσπου έξαφνα μια άγρια λυτρωτική χαρά
φούσκωσε μες το λάμδα της
και για πρώτη φορά
κυλίστηκε μέσα στην γνώση της ελευθερίας της. 

Cold fish (δημοσιευμένο στο περιοδικό Μανδραγόρας)
Υπάρχουν άντρες κρύα ψάρια.
Τα μάτια τους
ακίνητες χάντρες στο κενό.
Μετά τον έρωτα αποσύρονται
σε μουχλιασμένα όστρακα
κοιμούνται.
Μα εγώ αγαπώ τους άλλους
που με τους δαίμονές τους 
χορεύουν αγκαλιά
κι όσο τους μπήγουν τα δόντια 
στον λαιμό και τους ρουφούν
αυτοί τους αγκαλιάζουν πιο σφιχτά. 
Αυτούς που ζουν σε μαύρα σπίτια
με μόνη την σκόνη
να απλώνει τις σκιές 
κι αυτούς πάλι που γράφουν
με κομματιασμένες σάρκες στο σκοτάδι.
Οι άντρες που αγαπώ είμαι Εγώ.
Κροκόδειλοι με κατασπαράζουν κάθε νύχτα.
Καμία σχέση με τα ψαράκια του γλυκού. 

Θησέας (δημοσιευμένο στο περιοδικό Πλανόδιον)

Όχι δεν ξέχασα μαύρα τα πανιά.
Είναι που το άσπρο τελικά 
δεν είναι το δικό μου χρώμα
ακόμα κι όταν ερωτεύομαι πενθώ
ακόμα κι όταν νικητής γυρνώ
μέσα μου ξέρω την βαθιά μου ήττα.

Ανέκδοτα ποιήματα

Οι δικαστές


Είναι μια παράνομη γυναίκα
Είπε ο νούμερο ένα δικαστής.
και πρώτα πρώτα δεν φοράει βέρα
κατηγόρησε ο δύο
κουνώντας την γκρί περούκα του με στόμφο.
δεν έχει τίτλο ιδιοκτησίας
ούτε σφραγίδα στον μηρό
οι τρία και τέσσερα που ήταν δίδυμοι
μίλησαν ταυτόχρονα
και ανέμισαν την μαύρη τήβεννο
έτοιμοι να πετάξουν.
Διαθέτει το κορμί όπως και την ψυχή ελεύθερα
ξερόβηξε ο πέμπτος λυπημένα
γιατί έπασχε από χρόνια δυσπεψία.
Και το χειρότερο:ποιήτρια
καταδίκασε ο έκτος και το διπλοσάγονό του
τρεμούλιασε με φόβο,
ξέρετε από εκείνες που προφητεύουν τα μελλοντικά δεινά
ή χώνουν το κεφάλι μες τον φούρνο
ή ταξιδεύουν με το Όριεντ Εξπρές
πίνοντας τσάι σε ανύπαρκτα φλιτζάνια.
Αυτή τους άκουγε διαβάζοντας τα χείλη 
γιατί η συχνότητα των λόγων τους δεν έφτανε στ αυτιά της,
άκουγε μόνο το τρέξιμο της χελώνας
που έτρεχε να προφτάσει τον λαγό
ή τον ήχο που κάνει ένα μπουμπούκι που ανοίγει. 
Ύστερα έκοψε ήρεμα με το μαχαίρι το ένα στήθος
και πορτοκάλι το πρόσφερε στους δικαστές.
Το όνομά μου είναι Αντιγόνη,
φώναξε θαρραλέα
κι αυτός είναι ο δικός μου τρόπος ν αγαπώ.

Έλλειψη χώρου

Σε ένα κιβώτιο μου έστειλες τα πράγματα.
Την πουκαμίσα, την θήκη των φακών,
το ποίημα που έγραψες για μένα,
τον πίνακα που θα κρεμούσαμε στον τοίχο
τον κενό χώρο στην ντουλάπα σου
τα άδεια ράφια με τα βιβλία φαντάσματα.
Φαντάζομαι πως όσο τακτικά και αν δίπλωσες
δεν μπόρεσες να χωρέσεις το κρεβάτι,
όλο φούσκωνε σαν αερόστατο
και πετούσε μακριά.
Ούτε κι εγώ έχω όμως χώρο πια γι αυτά.
Η αποθήκη μου βλέπεις,
είναι γεμάτη νεκρά φθινόπωρα
και άχρηστα για πάντα
με χαλασμένα ελατήρια.

Η παρτίδα

Θέλω να παίξουμε χαρτιά
σε στρογγυλό τραπέζι.
Οι συμπαίκτες με μπριγιαντίνη 
και από πίσω τους
γυναίκες έντονα βαμμένες
με γυμνούς τους ώμους και φτερά.
Δίπλα σου μια θέση άδεια, 
ο πατέρας που δεν θάρθει.
Θέλω να πίνουμε ποτά και να καπνίζουμε τσιγάρα
και να μοιράζεις όλο εσύ.
Ναι, ξέρω ότι η τράπουλα είναι σημαδεμένη
ότι ποτέ δεν έρχεται καλό χαρτί
ότι ο Τζόκερ σαρδόνια μας γελάει 
κι ο Σαμ παίζει εδώ και χρόνια
σε πιάνο που δεν είναι κουρδισμένο.
Ξέρω ακόμα πως στην διάρκεια της βραδιάς
ένας μετά τον άλλο
οι παίκτες σιωπηλά θα αποχωρήσουν
κάποιοι θα πετάξουν από το ανοιχτό παράθυρο
κάποιοι θα χορέψουν στο κατάστρωμα του πλοίου
που σε λίγο θα βουλιάξει
και κάποιοι απλώς θα σβήσουν
αφήνοντας ένα αχνό περίγραμμα να τους θυμίζει.

Όμως για απόψε, για μια νύχτα,
έλα να παίξουμε χαρτιά
σε στρογγυλό τραπέζι.
Για να μου πιάνεις κρυφά το χέρι
από κάτω.

Mνήμη

Η μνήμη του χρυσόψαρου
διαρκεί ένα λεπτό,
του ελέφαντα για χρόνια,
του πιράνχας είναι
το λαίμαργο παρόν,
του μεταξοσκώληκα 
η κάμπια.
Αργόσυρτα μαμούθ οι αιώνες μακριά σου.

Εύχομαι τα καλύτερα ή γράμμα αποχαιρετισμού 

Τι άραγε να εννοεί ο εραστής;
Προφανώς, τα καλύτερα χωρίς αυτόν, 
αφού οι συνθήκες
αυτά τα απειλητικά τέρατα με τα εννιά κεφάλια
ξεγυμνώνουνε τα δόντια τους.
Χωρίς ντροπή,
Αφού η νερουλή σούπα με τις δικαιολογίες
βράζει καλύτερα σε σιγανή φωτιά,
χωρίς καν νοσταλγία,
γιατί για να διαβάσει κανείς
με τα πόδια ψηλά εφημερίδα
πρέπει να απαλλαγεί
από τις βαριές αρβύλες που θυμούνται.
Εύχομαι τα καλύτερα, λοιπόν.
Στο κάτω κάτω θα ήταν προτιμότερο να πει
συγγνώμη που δεν ήμουνα;

Ο θάνατος της ποιήτριας Ιγκεμποργκ Μπάχμαν από φωτιά στο κρεβάτι της (26 Σεπτεμβρίου 1973)

Τα κεφάλια τους στις άσπρες χήνες των μαξιλαριών.
"Γνωρίζεις το κενό;" ρωτάει αυτός.
Αυτή γυμνή μπαίνει στο μπάνιο.
Πίσω στο δωμάτιο 
μία σκιά βγαίνει από το καθρέφτη
κάθεται σταυροπόδι στο κρεβάτι
και καπνίζει ένα ανύπαρκτο τσιγάρο.

Ιερή πέτρα ΙΙ

Περπατάμε μαζί στην αμμουδιά.
Ψάχνω με αγωνία την ξύλινη εξέδρα.
Δεν βλέπω τον ναυαγοσώστη με το ριγέ μαγιο.
Που όμως τελικά ποτέ του δεν υπήρξε.
Γι αυτό κανείς δεν μας έσωσε από τον πνιγμό.
Έχω ένα ραντεβού στο εργαστήριο λες
θα κάνω λοβοτομή σε βάτραχο για να ξεχάσει.
Τα μάτια σου δεν είναι πια μικρά παγώνια
ούτε κολυμπούν στο μέλι.
Τότε ακούγεται το τσαγερό να βράζει
το τρένο αίφνης ξεκινά
φορώ ένα λευκό ταγέρ
από το τελευταίο βαγόνι σου κουνώ το χέρι.
Ακόμα και ο ύπνος μου σ αποχαιρετά.

Της νεκρής πριγκίπισσας

Δεν το έκανα από πρόθεση, ορκίζομαι.
Μα σαν την είδα σαν ξωτικό
να τρέχει με γυμνά τα πόδια
προς εμένα,
νόμισα θα διαπεράσει την καρδιά μου.
Γι αυτό έριξα το βέλος.
Άλλωστε εμείς οι κυνηγοί του Βασιλιά
στο θέλημά Του υπακούμε.
Η πινακίδα το έγραφε ολοκάθαρα:
"Όχι πριγκίπισσες στο δάσος με τα μούρα"

Της Ιωάννας

Η Ιωάννα περιμένει.
Δεν είναι η Πηνελόπη
ούτε η Μήδεια, ούτε η Ραπουνζέλ
να ρίχνει σκάλες τα μαλλιά της
η Ιωάννα είναι μία γυναίκα
κλεισμένη σε έναν πύργο, που κεντά.
Κάτω οι ώρες αργοκυλούν στο ξύλινο τραπέζι
στο σαλόνι υπάρχει ένα δέντρο που ψηλώνει
τα αφράτα μαξιλάρια ασφυκτιούν
στις κεντημένες θήκες τους.
Μέσα στο σπίτι κυκλοφορεί ένα παγόνι
και πολλές φορές στρώματα από λεπτή ομίχλη
διαπερνούν τους τοίχους.
Όταν οι φίλοι αποχωρούν
η Ιωάννα δεν μετακινεί καθόλου τις καρέκλες.
Είναι εξοικειωμένη με το άδειο των καιρών.

Η προδοσία

Ο ξύλινος κούκλος που άκουγε στο όνομα Πινόκιο
ποτέ δεν τα κατάφερε να γίνει αληθινό αγόρι
έχασε μικρός την μάνα του
τον κατάπιε μία φάλαινα
δεν έμαθε ποτέ του να πενθεί.
Αφού τον έβγαλε από τον Λαβύρινθο
μόνη εγκατέλειψε σε ένα νησί
την Αριάδνη ο Θησέας
μου έδωσες χαρά και ελπίδα,
γι αυτό αιώνια θα σ ευγνωμονώ
της φώναξε από το καράβι του
κουνώντας το μαντήλι.
Ηταν μόνο μια στιγμή υπέρβασης
απολογήθηκε στην Φωνή ο Αδάμ
άλλωστε Εδέμ σημαίνει ασφάλεια,
ισορροπία και τάξη
κι εγώ ήμουν ανέκαθεν νομοταγής,
αυτήν να διώξετε, την μάγισσα
και έφτυσε το μήλο του.
Σε σένα πάντα θα γυρνάω είπε στην Πηνελόπη ο Κλώνος.
Παρίστανε τον Οδυσσέα ενώ ήταν ένας ακόμα απρόσωπος μνηστήρας.
Πες μου λοιπόν εσύ
που ήσουν κοινωνός του Μυστηρίου
εκείνη την Παρασκευή στο όρος των Ελαιών,
στο αεροδρόμιο πριν από την τελευταία πτώση
πόσα αργύρια εισέπραξες
για εκείνο το φιλί που μούδωσες στο στόμα;

Παρτίδα σκάκι ΙΙ

Είναι μήνες τώρα
που παίζω σκάκι
στην αίθουσα ενός πύργου.
Δύο ξυλόγλυπτες καρέκλες
ένα τραπεζάκι από μάρμαρο
και η σκακιέρα φιλντισένια.
Ο υπηρέτης αποσύρεται
κι εγώ πετώ τα ρούχα μου στο πάτωμα.
Μένω γυμνή και εκτεθειμένη.
Μάτια σαν βεντούζες
κολλημένα στο ταβάνι,
η αναπνοή ασθματική.
Κινώ πρώτα τα πιόνια,
ύστερα τους αξιωματικούς,
μετά τους πύργους
αφήνω τελευταία την βασίλισσα, 
έτσι κι αλλιώς έχει χάσει κάθε αξιοπρέπεια
καθαρίζει φασολάκια 
κλαίει και
κάνει έρωτα με ξένους στην σοφίτα.
Κάθε Σάββατο παίζω σκάκι 
στην αίθουσα ενός πύργου.
Σε μια σκακιέρα που τα πιόνια είναι μόνο μαύρα.
Και ο συμπαίκτης μου απών.

Πηνελόπη ΙΙΙ 

Γνωρίζει πια πως 
δεν είναι οι ανόητες Σειρήνες 
που τραγουδούν νομίζοντας πως κάνουν τέχνη 
ούτε η γερασμένη Κίρκη 
με τον πόθο 
καταχωνιασμένο σε ασκούς για πάντα σφραγισμένους 
ούτε κάποια κακομαθημένη Ναυσικά 
εγκλωβισμένη σε λάθος ηλικία 
με άσπρες κάλτσες και φουστάνια παιδικά. 
Ούτε οι Λαιστρυγόνες και οι Λωτοί είναι αυτοί 
που τον κρατούν μακριά της. 
Ούτε οι συντεχνιακοί μικροθυμοί του τάχα Ποσειδώνα 
και τα μπλεξίματα με τους παλιούς συντρόφους. 
Γνωρίζει πια η Πηνελόπη 
το τελευταίο μήνυμά της θα μείνει αναπάντητο, 
δεν θα ξαναμιλήσουν πια, 
η λογική του υπαγορεύει να μείνει μακριά της, 
παντού ολόγυρά της 
μνηστήρες πίνουνε ρακή 
κυλιούνται σαν λιοντάρια στην αρένα 
αρσενικά που οσμίζονται τον πόθο 
και με τα βέλη τους ορίζουνε τον χώρο. 
Και ο Οδυσσέας; 
Δεν τον θυμάται πια η Πηνελόπη. 
Μόνο πως με έναν άγνωστο κοιμήθηκε ένα βράδυ 
Και όταν τον ρώτησε ποιος είναι 
αυτός απάντησε: Ο Κανένας. 

Το αίνιγμα 

Ακολουθούσα τα χαραγμένα μονοπάτια
η Σφίγγα γελούσε και τρανταζόταν η άμμος
ο αδιάφορος γεννήτορας ξεψυχούσε μες στο αίμα του
η μητέρα τις νύχτες κοιμόταν στο κρεβάτι μου
και κάναμε ανίερα παιδιά
περπατούσα
με δύο, με ένα, με τρία, 
με χίλια πόδια 
γονατιστός, όρθιος, σκυφτός.
Δεν είχα πόλη, ούτε γένος
τα σπίτια που έχτιζα γκρεμίζονταν
οι πάπυροι που αντέγραφα καίγονταν στις βιβλιοθήκες.
Μόνο η αγάπη μου είπες κάποτε στο τρένο.
Μόνο αυτή δικαιολογεί αυτό το τραγικό αστείο.
Το αλάτι συσσσωρευόταν πάνω μου,
σιγά σιγά γινόμουνα μια στήλη.
Η αγάπη φώναξες και μέσα από τον χρόνο
τα σκονισμένα τζάμια, τα τοπία αιώνες αστραπή
μου έτεινες το χέρι σου.
Και έλυσες το αίνιγμα.

Στον μοναδικό μου αναγνώστη

Θα σε περιμένω.
Σε έναν σταθμό που δεν υπάρχει ακόμα.
Στο κέντρο εκεί της ερημιάς.
Γύπες θα κυκλώνουνε τα τρένα
Φαλακρά μωρά θα κλαίνε γοερά.
Θα έρθεις.
Με ένα τρένο
που πια δεν λειτουργεί
χωρίς φρένα και μηχανοδηγό
κατρακυλάει στ αστέρια.
Όταν κατέβεις δεν θα μ αγκαλιάσεις.
Δεν θα μου πεις πως μ αγαπάς.
Μόνο θα σηκώσεις το χέρι
και τρυφερά θα στρώσεις το γιακά
απ το τριμμένο μου παλτό.

Η κλωστή 

Τόμαθες;
Καταργήθηκε το πλοίο της γραμμής
που έκανε την διαδρομή ανάμεσά μας
το λεωφορείο σταμάτησε στα σύνορα
ο οδηγός μετέωρος στον χρόνο 
αποκοιμήθηκε πάνω στο τιμόνι.
Τα αποδημητικά αεροπλάνα
πέταξαν σε σμήνη
σε χώρες του Βορρά.
Τα τηλέφωνα έχουν πρόβλημα ακοής
δεν φαίνονται τα δάκρυα στο καλώδιο
τα ηλεκτρονικά μηνύματα μπερδεύονται
κι έρχονται απαντήσεις
από αγνώστους ξένους
που ποτέ δεν ρώτησα,
μια κλωστή λοιπόν απέμεινε όλη κι όλη
αυτό το τροπικό δάσος από λέξεις
που ξεπηδά ορμητικά από το χώμα
ένα μετά το άλλο τα δέντρα του ξαπλώνουν
να σχηματίσουν γέφυρα
μήπως και σε φτάσει
αυτό εδώ το χάδι που σου στέλνω.

Θυσία

Στο βωμό τυφλός ιερέας θυσίαζε ελάφι
τα τύμπανα χτυπούσαν ρυθμικά
οι καλεσμένοι ετοιμάζονταν να φάνε
ανθρώπινα κόκαλα και σάρκα
καλυμμένα περίτεχνα από ρίζες
ένα φίδι ξεπήδησε από παλιά βιβλία
η γυναίκα φοβισμένη σκέπασε το φύλο της
ένα ξύλινο φέρετρο με ζώα και πουλιά
διασχίζει την βροχή
ο άντρας τρέχει σε έναν βάλτο
η γυναίκα πονάει, γεννάει ένοχα παιδιά
μια μέρα ανακαλύπτουν ένα μισοσβησμένο αστέρι
ψήνουν πάνω του το κρέας και το τρώνε
στέκονται οι δυο τους μπροστά σε ένα βωμό
ξέρουν πως αυτοί είναι το ελάφι
πως ο ιερέας ποτέ του δεν λαθεύει
πως την δική τους σάρκα
θα φαν οι καλεσμένοι στο τραπέζι.
Και τότε ο άντρας προφέρει σιγανά μια λέξη
και είναι το όνομα του Κύριου
του Άρχοντα είναι του Χορού και των Κυμάτων
και ξεπροβάλλει ατόφιος, ακέραιος, τρομερός
ο Ερωτας των πάντων
με την Σελήνη αγκαλιά
και πλάθεται ξανά ο Κόσμος.

Ο άσπρος λαγός 

Χριστούγεννα.
Παραμονή.
Κισσός-Αγιος Δημήτριος με τα πόδια.
Ομίχλη πηχτό σύννεφο στο δάσος
δέντρα νύμφες με κλαδιά ψαλίδια
κουνιούνται ρυθμικά
ακούγεται μόνο
ο ήχος των φύλλων που σέρνονται στο χώμα.
Το πρόσωπό σου όμορφο, οικείο.
Ξάφνου ένας λαγός πετάγεται μπροστά μας.
Σχεδόν κλαίμε από συγκίνηση.
Ισως το βράδυ κοιμηθώ μαζί σου,
ίσως όχι.
Ίσως αύριο με εγκαταλείψεις.
Όμως ο λαγός-στιγμή
ασπρόμαυρη φωτογραφία
θα διασχίζει για πάντα το σκοτάδι
σ' ένα δάσος
Χριστούγεννα παραμονή
στο Πήλιο.

Τα ποιήματα

Υπάρχουν ποιήματα φάλαινες
που κυνηγάς για πάντα στην ομίχλη
κι άλλα παιχνιδιάρικα ρακούν
που εμφανίζονται τυχαία
μια μέρα στην αυλή σου.
Άλλα πάλι είναι ζέμπρες
με ρίγες λευκού που διαδέχεται το μαύρο
και άλλα λιβελούλες με εύθραυστα φτερά
που μπορείς να τα διαβάζεις μόνον στη σιωπή.
Κάποια είναι τυφλοπόντικες
σκάβουν μέσα σου αθόρυβα λαγούμια
και μερικά πύρινες τίγρεις
που καίνε τα πάντα καθώς τρέχουν.
Διάβαζε τα ποιήματα αναγνώστη
χαιδεψέ τα αν θέλεις στοργικά,
ποτέ όμως μην νιώσεις ασφαλής μαζί τους.
Γιατί πίσω από τα κόκαλα
την σάρκα τα φτερά
κρύβεται πάντα ένα στόμα ανοιχτό
που κάποια στιγμή θα σε προδώσει.

Ο κολυμβητής

Ίσως επειδή φορούσε πάντα μαύρα,
ή έβαφε με κάρβουνο τα μάτια
ή είχε μια γάτα έβενο γύρω απ' το λαιμό
λευκό το δέρμα, φόρεμα η νύχτα,
ή ίσως έφταιγε εκείνη η παράξενη συνήθεια
να οδηγεί ένα λεωφορείο
με κοράκια,
ή να γεμίζει μπογιά έναν κουβά
και να βάφει τους τοίχους με σκοτάδι.
Ή ίσως πιο πολυ να πείραζε
που κάποια βράδια τον ξυπνούσε,
τον ρωτούσε για την έρημο
για τους νομάδες
για τα σπίτια που πετούν απ' το παράθυρο
για τα περιγράμματα ανθρώπων που χαθήκαν.
Όπως και νάχει αυτός δεν άντεξε.
Γλίστρησε μια μέρα μες την θάλασσα.
Ήταν άλλωστε δεινός κολυμβητής.
Στον κόσμο αυτό
υπάρχουν πολλοί κολυμβητές
που επιπλέουν με χάρη στον αφρό.
Και λίγοι ελάχιστοι οι δύτες.

Η ασπίδα 

Αν κάποιος κάποια στιγμή σε πλησιάσει
και ρίξει την ασπίδα του στα πόδια σου
μην τον πιστέψεις.
Οι αληθινοί ιππότες δεν κραυγάζουν
δεν φοράνε πανοπλία
δεν κονταρομαχούν με θόρυβο
στέκουν παράμερα
κοιτούν
νιώθουν την υγρή σου θλίψη
και πολύ απαλά σου χαϊδεύουν τα μαλλιά.

Η συγγνώμη 

Συγγνώμη, μου ζητάς 
στο πολυσέλιδό σου τραύμα 
η απόσταση, η έλλειψη μιας κάποιας προοπτικής, 
η ιπτάμενη τέφρα 
τα μαδημένα φτερά στους ουρανούς της Αττικής 
οι αποφλοιωμένοι άγγελοι 
η καμένη κατσαρόλα. 
Ακόμα και την απουσία προφασίστηκες 
απ την ντουλάπα της κατάλληλης γραβάτας. 
Τόσο μακροσκελές και φλύαρο το γράμμα σου. 

Για να καλύψει την σιωπή 
της μιας και μόνο φράσης. 

Οι φιλντισένιοι άντρες

Πίσω από τις μεμβράνες των χειλιών τους
σαύρες πεινασμένες 
πίσω από την στύση 
η ανύπαρκτη καρδιά 
άψογοι διακόπτες συναισθήματος
κυκλοφορούν με ρεντινγκότα
χλωμοί, διοπτροφόροι, διανοούμενοι
με ένα βιβλίο ανάμεσα στα χέρια
κι από κάτω κρέμονται τα ξέφτια
των λέξεων που ψιθυρίζουν 
σε ρόδινα αυτιά
που με προσμονή ανοίγουν
τους μικρούς βολβούς τους. 
Σε παιδικό φέρετρο η συγκίνηση
Ξέρουν να φιλούν 
όμως ποτέ δεν έχουνε φιλήσει
ξέρουν να αγγίζουν
όμως ανοίγουν τρύπες στο κορμί.

Προσέξτε τους φιλντισένιους άντρες.
Τις νύχτες με σβηστά τα φώτα στο κρεβάτι
μπορεί κανείς να τους περάσει για ανθρώπους. 

Οι ειδικές συνθήκες

Επικρατούν ειδικές συνθήκες 
στις ράγες των τρένων
στις μαύρες μέρες που φθάνουν σφυρίζοντας
στον σταθμάρχη με την απαγορευτική πινακίδα
που φωνάζει όχι επαφή
τα τρένα μπορεί να συγκρουστούν
οι γραμμές δεν παραβιάζονται
οι άνθρωποι είναι ριγέ και σιωπηλοί
το βάδισμα χήνας παραμένει στην μόδα
τα μηνύματα αναστατώνουν
τα τηλεφωνήματα εξαρτώνται
από την ποσότητα του πάγου
στην ραχοκοκαλιά.
Επικρατούν ειδικές συνθήκες 
σε ένα κρεβάτι 
δύο άνθρωποι
ο ένας νυστάζει
o άλλος φοβάται
είναι τελείως ειδικές οι συνθήκες
οποιαδήποτε συνέχεια καταλύεται.

Είναι στ αλήθεια παράξενο
πόσο είναι πάντα οι συνθήκες ειδικές
όταν δύο άνθρωποι,
σε ένα κρεβάτι,
ο ένας φοβάται
ο άλλος φοβάται.

Το εισιτήριο Ι

Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο 
για να ρθω να σε βρω.
Τόσο απλό λοιπόν να ανέβω σ ένα τρένο
με οδηγό, εισπράκτορα, συνεπιβάτες
ράγες που εφάπτονται στο έδαφος
και προαναγγελθέντες όλους τους σταθμούς.
Ξέχασα πόσο μαύρο είναι το τρένο της αγάπης
πως καίει κάρβουνα κι ελπίδες
με ένα μάτι τυφλό κι ένα στόμα που χάσκει
και μηχανή ορχιδέα που αιώνια πεινάει
πόσο ρυθμικά βογκά
καθώς φίδι θεριεμένο
ανεβοκατεβαίνει τις σήραγγες του τρόμου.
Λησμόνησα πόσο μοναχικό είναι το τρένο της αγάπης
με τον ελεγκτή κάθε λίγο
να ακυρώνει
και έναν εισπράκτορα
κέρινο ομοίωμα
να περιμένει πάντα στον σταθμό.

Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο
για να ρθω να σε βρω.
Σαν να μην γνώριζα ποιο είναι πάντα το ταξίδι,
και ποιον αλήθεια ψάχνουμε στον έρημο σταθμό.

Το εισιτήριο ΙΙ

Ξεκίνησα πάλι για ταξίδι.
Αυτή την φορά δεν ήσουν στο σταθμό,
ο Άλλος ήταν και περίμενε. 
Σε έψαξα στο κορμί του
στον τρόπο που με χάιδευε, 
στο άψυχο σπίτι
στο γυμνό κρεβάτι.
Σε σκότωσα, είπα τότε.
Μπορώ να πάρω το εισιτήριο 
για τον επόμενο σταθμό.
Μα τότε απότομα ξεκίνησε το τρένο
οι ράγες οδηγούσαν μες στο σπίτι σου
ήσουν εκεί και με περίμενες.
Κοίταξα το εισιτήριο και κατάλαβα.
Δεν υπάρχει ούτε τρένο, ούτε σταθμός
μόνο άνθρωποι
που πάντα μέσα μας φοράμε. 

Η Σφίγγα

Ο χρησμός δεν ήταν ευκρινής ή εγώ δεν τον κατάλαβα.
Ήλπισα τότε, ήλπισα και πάλι.
Χωρίς μάτια ξεκίνησα και με πρησμένα πόδια 
η Σφίγγα ήταν στον σταθμό και με περίμενε
απεγνωσμένα έκανα την ίδια ερώτηση,
ενώ ρωτούσα αυτή πέτρωνε
στο τέλος διαλύθηκε σε σκόνη.

Ούτε κι αυτή άντεξε πάλι να μ αρνηθεί.

Η φωτογραφία

Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν 
για πάντα δικός σου, ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα 
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά 
που πενθούν βουβά 
ενώ βρέχει σκοτάδι,
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν,
από την φωτογραφία 
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια 
είναι που δίνει στην φωτογραφία
την ανεκτίμητη αξία 
του οριστικά χαμένου. 

Αισιοδοξία

Θα ξαναβρεθούμε κάποτε.
Θα φοράς το πρόσωπό σου
και την γκρίζα καμπαρντίνα,
θα φυσάει ανάλαφρα
όπως σ εκείνη μας την βόλτα
ασφόδελοι θα πετούν ανάμεσά μας
τα αρχαία ερείπια
θα γεμίσουν γύρη
μια πάχνη θα σκεπάσει το φιλί μας.
Τα χείλη σου ζεστά.
Ύστερα εσύ δεν- θα τελειώσει αυτό
Κι εγώ δεν- θα φύγει αυτό
στην Ανταρκτική λιώνει ένας σβώλος χιόνι
κι αλλού μία ήπειρος βουλιάζει στο κενό.
Στην αρχαία αγορά ένας άντρας, μια γυναίκα
περπατούν χαρούμενοι
ανυποψίαστοι για ό, τι θα συμβεί.

Ενοχή

Ένοχη, το ομολογώ. 
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα. 
Ελαφρυντικά μου η βροχή, 
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ 
ίσως και το κορμί σου 
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε. 
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα 
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο, 
για το ότι δεν τόλμησες 
δεν έμαθες 
δεν ρώτησες. 
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ 
για σένα έγραψα έναν στίχο 
γυμνό και λυπημένο 
σ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

Τα ποιήματα που γερνούν

Όσο μεγαλώνουμε, τόσο τα ποιήματα γερνούν.
Η πλαδαρή τους γκρίζα σάρκα ασφυκτιά
οι περούκες και η πούδρα
δεν μπορούν να κρύψουν τις ρυτίδες
μία μαύρη γάτα αίλουρος
στιφογυρνάει ανάμεσα στις λέξεις
η ουρά της έβενος που πνίγει.
Μια κουνιστή πολυθρόνα
με ένα κουβάρι πάνω μένει άδεια.
Έρημοι πύργοι είναι τα ποιήματα
στην άκρη πάντα ενός νησιού
Κανείς μέσα τους δεν φοράει ένα κόκκινο φουστάνι
δεν χαιδεύει δεν χαιδεύεται
δεν εκσπερματώνει
δεν καίει
δεν περικλείει.
Όπως πίνακας ζωγράφου
που αυτός ζωγράφισε με αίμα
μπήγοντας το πινέλο μες την σάρκα του
και τώρα παγώνει σε μουσείο.
Γι αυτό όσο μεγαλώνω, αντιλαμβάνομαι.
Τα πιο όμορφα ποιήματα
συντελούνται αλλού
με τρίμματα πάγου στα μαλλιά
ζεστή κουβέρτα
και την αναπνοή σου στην χούφτα μου.

Η Παράσταση

Περιφέρονταν από πόλη σε πόλη.
Σε έρημα θέατρα καταγώγια.
Το ρεπερτόριο ανεξάντλητο
παραλλαγή στο ίδιο έργο. 
Κάποιος τυφλός γέρος έψαχνε την μοίρα του 
κάποιος κάπου έκανε μια ερώτηση 
κάποιος κάπου δεν το άντεχε
ένα τέλος τέλειωνε
ένα πεπρωμένο πέτρωνε.
Στα σκηνικά υπήρχε πάντα
μία λάμπα που τρεμόσβηνε 
κι ένα γραμμόφωνο που έπαιζε
ένα φθαρμένο τραγούδι εγκατάλειψης.
Αυτή ήταν πρωταγωνίστρια
μόνο που πάντα έπαιζε ρόλους δεύτερους
συνήθως ενός δέντρου που στο τέλος καίγεται
μιας γυναίκας που μεταφέρει ένα φλιτζάνι τσάι
μίας τουλίπας που αναδύεται μες το σκοτάδι.
Οι άλλοι ηθοποιοί ήταν άντρες
Ένας Δον Κιχώτης
φορούσε πανοπλία και έκανε τον ιππότη
άλλος στοχαστικά παρίστανε τον Άμλετ
μύριζε ένα λουλούδι και σκεφτόταν
άλλοι ήταν πυγμάχοι
που πάλευαν στο ρινγκ
πολλές φορές ο υποβολέας
απήγγειλε ποιήματα
κάποιοι μάλωναν εικονικά
και κάποιοι αυτοκτονούσαν
από χάρτινα μπαλκόνια.
Όλοι όμως ανεξαιρέτως
φορούσαν την ίδια μάσκα
που ο ένας ευγενικά παραχωρούσε στον άλλο
στα παρασκήνια.
Ώσπου μια μέρα ένας από τους θεατές
ανέβηκε στο πάλκο 
έστησε μία καρέκλα απέναντί της
και την κοίταξε στα μάτια.
-Μου χρωστάς μία απάντηση, της είπε.
-Σε ποια ακριβώς ερώτηση, ρώτησε έκπληκτη αυτή.
-Μπορείς να αγαπήσεις τόσο 
που να μην σε νοιάζει αν αγαπηθείς;
-Από ποιο έργο είναι αυτό
αναρωτήθηκε πανικόβλητη αυτή,
που είναι η μάσκα που πρέπει να φοράς,
με ποιο τρόπο θα με κάνεις να πονέσω,
θα μαχαιρωθώ ή θα πάρω δηλητήριο
θα φύγω με ένα τρένο μέσα στην ομίχλη
ή θα με εγκαταλείψεις μέσα σε κουκλόσπιτο;
Ο άντρας όμως δεν απάντησε.
Κατέβηκε από την σκηνή και προχώρησε στην έξοδο.
Η γυναίκα έμεινε για λίγο μετέωρη
έβγαλε το φόρεμα με τις δαντέλες
σκούπισε την πούδρα από το πρόσωπο
πέταξε τα ψηλοτάκουνα παπούτσια
και τον ακολούθησε.
Πίσω τους τα σκηνικά κατέρρευσαν
με θόρυβο.

Μη με ρωτάτε αν πιστεύω στα φαντάσματα

Μη με ρωτάτε αν πιστεύω στα φαντάσματα.
Κάποτε τα ξημερώματα 
την γαλακτερή ώρα της διαύγειας
ακούω ένα μωρό να κλαίει στο σαλόνι
φοράει σκουφάκι και καλτσάκια
το παίρνω αγκαλιά
κι αυτό βυζαίνει 
με την αθωότητα
αυτού που ποτέ του δεν υπήρξε.
Άλλοτε χτυπάει η πόρτα.
Ανοίγω και είσαι εσύ τεσσάρων.
Έχασες την μάνα σου
φοβάσαι και κρυώνεις.
Πάω να σ' αγκαλιάσω
μα μετά θυμάμαι
πως πενήντα χρόνια αργότερα
θα μου ξεριζώσεις την καρδιά.
Το χέρι μένει μετέωρο στο πόμολο.
Κάποιες φορές ξυπνώ
και βλέπω μια γυναίκα στο δωμάτιο.
Είναι γυμνή, κάθεται ανακούρκουδα
και ταλαντεύεται μπρος πίσω ρυθμικά
ακούω το βουβό της ουρλιαχτό,
μου μοιάζει και όλο θέλω να ρωτήσω
να καταλάβω ίσως το γιατί, 
μόνο να γράφω, λέει, αυτό μου φτάνει
και χαράζει με μία λεπίδα τον καρπό.
Τώρα τελευταία
με πλησιάζει έξαφνα ένας άντρας από πίσω.
Τα χέρια του μυρίζουν πορτοκάλι.
Μου χαιδεύει το σβέρκο,την πλάτη, τα μαλλιά.
Ξέρω πως κάτι θέλει να μου πει
όμως η φωνή του περνάει μέσα από κοχύλι
και άμμος πια σκορπίζεται στο πάτωμα.
Γι αυτό μην με ρωτάτε αν πιστεύω στα φαντάσματα.
Ρωτήστε με αν υπάρχουν ζωντανοί.

Η Ιθάκη του

Βρήκε βεβηλωμένους τους ναούς.
Μικρές μαιμούδες πηδούσαν στα ερείπια.
Μέσα στα καπηλειά οι σύντροφοι
με καπέλο Ναπολέοντα
μάλωναν μπροστά σε χάρτες εκστρατείας.
Στους δρόμους τρέκλιζαν μεθυσμένοι οι μνηστήρες
είχαν ήδη ξεπουλήσει τα ακρογυάλια, την θάλασσα, τα άνθη λεμονιάς
η Πηνελόπη στολιζόταν κάθε βράδυ
κάπνιζε βαριά τσιγάρα
και κυκλοφορούσε με ακριβά αυτοκίνητα,
μερικές φορές έγραφε στίχους.
Η Ευρύκλεια τον αναγνώρισε βαρυεστημένα
και βγήκε να ζητιανέψει φαγητό.
Ένα σκυλί γάβγισε παράταιρα.
Έφυγε αθόρυβα πατώντας στην πρωινή ομίχλη.
Είμαι ο Κανένας φώναξε πίσω του
κι ακούστηκε μόνο η ηχώ απ' την φωνή του.

Κίρκη και Ναυσικά

Όχι ποτέ δεν ερωτεύτηκε την Κίρκη ο Οδυσσέας.
Πρώτον για γυναίκα έπινε πολύ.
Ύστερα ήταν το θέμα με τις μεταμορφώσεις.
Άδικα αυτή ισχυριζόταν
πως μπορεί κάποιος να γίνει μόνον
αυτό που πιο πολύ φοβάται
και πως το μόνο που έκανε η ίδια 
ήταν να σπάει το εκμαγείο
για να απελευθερώσει το ζωντανό κορμί.
Τέλος έφταιγε που ήταν μάγισσα.
Όμως πανσέληνος το σύμπαν της γυναίκας.
Βελούδινο όπως μια μαύρη γάτα.
Πότε ορχιδέα πότε ρόδι.
Κουβάρι από κλωστές που σπαν συνέχεια
όπως οι χορδές μιας λύρας μες στον Γαλαξία.
Ούτε όμως την Ναυσικά ερωτεύτηκε.
Την άφησε μόνη της να παίζει με δεμένα μάτια
με άσπρο φόρεμα και κοντά καλτσάκια
σε ένα ακρογυάλι με τις φίλες της τυφλόμυγα.
Όχι δεν ερωτεύτηκε ποτέ
ούτε την μία ούτε την άλλη ο Οδυσσέας.
Και ούτε βέβαια ποτέ του υποπτεύτηκε.
Πως Κίρκη και Ναυσικά
ήταν δύο από τα πρόσωπα της Πηνελόπης.

Το λάθος του ταχυδρόμου δίχως χέρια

Ένας ταχυδρόμος χωρίς χέρια
χτύπησε απόψε το κουδούνι.
Έχω ένα γράμμα εδώ για σας
κυρία Παπαδοπούλου
επείγον συστημένο
μου είπε αυστηρά.
Μα δεν είμαι εγώ αυτή
πρόλαβα να ψελλίσω
Δεν πειράζει,
ούτε αυτός ήταν αυτός
μου απάντησε γελώντας
κι από την μισάνοιχτη τσάντα του
ξεπετάχτηκαν μαύρες κουρούνες
που άρχισαν να πετούνε κυκλικά
πάνω απ' το κεφάλι μου.

Η γυναίκα του Λωτ

Ο φίλος της είπε:
Μη γυρίσεις πίσω,
λεπτή γκρίζα σκόνη
γεύση από χώμα".
Η φίλη είπε:
Γίνε τελεία, όχι αποσιωπητικά
στροφή και όχι απόστροφος
του γράμματος που σβήνει.
Όλο για την απώλεια μιλάς
της είπε κάποιος άλλος
και αναμασάς την ιστορία με το φίδι,
ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία
που έφαγες το μήλο
και ψάχνεις ακόμα
το κομμάτι που του λείπει.
Ένας ακροβάτης της έγνεψε
από το σκοινί που ήταν κρεμασμένος.
Κάνε μια τούμπα στο κενό της φώναξε.
Κοιμήσου με άλλους άντρες, αγάπα άλλα κορμιά,
έτσι κάνουμε εμείς οι αερόβιοι εραστές.
Μα η γυναίκα του Λωτ
ήταν γυναίκα
και ταυτόχρονα η Εύα και η Σάρα
η Ραχήλ, η Στέλλα, η Ιωάννα
η Τζίνα και η Μαρία
είχε δει το παιδί της στον σταυρό
είχε δει τους συγγενείς της στα στρατόπεδα
είχε δει την έκρηξη της βόμβας μανιτάρι
είχε δει τα ακρωτηριασμένα κορμιά
είχε δει είχε ακούσει είχε χάσει
η γυναίκα του Λωτ είχε κορμί
και οι μνήμες γράφονταν επάνω του
και όταν ξεχνούσε έχανε τα μέλη της
την μήτρα, το συκώτι, την καρδιά
τα χέρια και τα πόδια της.
Μην μου ζητάτε να ξεχάσω
ψιθύρισε
και τότε το κορμί της έγινε άμμος
στη παραλία ενός νησιού
φθινόπωρο του δύο χιλιάδες δέκα

Ο τελευταίος λουόμενος

πρέπει να αποχωρήσει στις 6.00
έγραφε η πινακίδα στα αποδυτήρια.
Κι εγώ φαντάστηκα τον πρώτο λουόμενο
να κάνει μπάνιο γυμνός σε έναν καταρράκτη
τοτε που δεν είχε χαμηλώσει ακόμα το φως των αστεριών
και ο άντρας με την γυναίκα αγκαλιάζονταν
σπαρακτικά μες στις σπηλιές
στα βάθη των αιώνων.
Ποιος θάναι λοιπόν ο τελευταίος λουόμενος
σε ποια νερά ραδιενεργά και μολυσμένα
πριν το σκοτάδι απλωθεί και μας σκεπάσει;
Φαντάστηκα τον τελευταίο λουόμενο
να κολυμπάει σε μιαν έρημη πισίνα
να πιάνεται απ' τη σκάλα και να βγαίνει
να προχωράει με βήματα υγρά να παίρνει την πετσέτα
κι ύστερα να ρίχνει πίσω του
μία τελευταία νοσταλγική ματιά
πριν σβήσουν όλα τα φώτα στον πλανήτη.

Δύο

Δύο ήταν οι ταξιδιώτες το κρύο εκείνο βράδυ
στο Χάνι του Γαλάζιου Πρίγκηπα που έκλαιγε στον τοίχο.
Κουβαλούσε ο καθένας στις αποσκευές του
οικογενειακές φωτογραφίες ανθρώπων
με ζωές που είχαν εκπνεύσει
αγέλαστες γυναίκες με σφιχτοδεμένους κότσους
και άντρες με παπούτσια που τους στένευαν. 
Δείπνησαν ολομόναχοι στην σιωπηλή τραπεζαρία
σε τραπέζια αντικριστά
τόσο μαζί και όμως απίστευτα μακριά.
Έξω από τα παράθυρα στοιβάζονταν το χιόνι και οι εποχές.
Φυσούσε και παράσερνε τα χρόνια.
Λυπημένες ιστορίες με φορέματα χωρίς κορμί
και μητέρες με φαρδιές φούστες που πέταξαν στον ουρανό
αντηχούσαν μες την σάλα.
Τότε αυτός σηκώθηκε και κάθισε κοντά της.
Πολύ απαλά την χαιδεψε στο μάγουλο
με όλη την απώλεια της αγάπης του.
Χορεύτριες με εσθήτες φάνηκαν ανάγλυφα
στους γκρίζους τοίχους
κάπου ακούστηκε μια λύρα
και έξαφνα όλα λύθηκαν, όλα δόθηκαν,
όλα αφέθηκαν και όλα κερδήθηκαν.
Με μία πράξη απλής αριθμητικής
στην ανατροπή των αριθμών του έρωτα
τα δύο έγιναν για πάντα ένα.

Η βασίλισσα

Φορουσε μαυρο μακρυ φορεμα
στην πλατεια με το χιονι που αστραφτε λευκο
πηδουσε τα τετραγωνα λακκουβες
και προχωρουσε αδιστακτα
διαγωνια, πλαγια, εμπρος και πισω
ενω οι ιππεις, οι στρατιωτες, ο αχυρενιος βασιλιας
εκαναν τις προδιαγραμμενες τους κινησεις
χωρις να κανουν παραφορα ερωτα πανω στην σκακιερα
χωρις να παραβαινουν τους κανονες
χωρις να κλυδωνιζεται η παρτιδα
κι οταν εφτασε στο κεντρο της σκακιερας
δεν πολιορκησε τους πυργους
δεν εξοντωσε τα αλογα
δεν εκανε ματ στον βασιλια
πεταξε τα βασιλικα ενδυματα
και γυναικα πια
κερδισε την παρτιδα.

Η πένα

Αιχμηρή, γυαλιστερή.
Μου χάρισες μια πένα.
Προσπάθησα να γράψω όμως
αδέξια έκανα τρύπα στο χαρτί.
Μου την πήρες απ' τα δάχτυλα
και μαλακά την βύθισες στο δέρμα
ώσπου το μελάνι έγινε ένα με το αίμα.
Για να γράφεις όταν θα λείπω, είπες. 

Ο ταξιδιώτης

Τον συνάντησα στον σταθμό των λεωφορείων.
Είχε μόλις φτάσει από την Θήβα.
Φορούσε έναν χιτώνα, τα πόδια του ήτανε πρησμένα
τα μάτια του άλλαζαν συνέχεια χρώμα.
Ήταν ένας άντρας από έρημο
μου πρόσφερε ζεστή ρακή
που έλιωνε και μούδιαζε την γλώσσα.
Είχα άδικο, μου είπε, αυτό με βασανίζει.
πως την κατάλληλη στιγμή
δεν έδωσα σωστή απάντηση.
Γιατί ο Κύριος των πάντων δεν είναι ο θάνατος
γιατί ο έρωτας είναι αυτός που πρώτα μπουσουλάει
κι ύστερα ορθώνεται στα δύο και υπερβαίνει,
και τέλος αποκτά τις τρεις του διαστάσεις
χώμα, κόσμος, περιπλάνηση.
Και η Ιοκάστη; τον ρώτησα, δεν ήταν λάθος
μία θεϊκή συνωμοσία
μία πλεκτάνη;
Με κοίταξε και το πρόσωπό του άλλαζε συνέχεια
αιώνες ολόκληροι περνούσαν από πάνω του.
Ήταν η γυναίκα και μητέρα και αδελφή μου
κι ακόμα η κόρη και η ερωμένη
από το σώμα μου προήλθε κι εγώ απ' το δικό της.
μου απάντησε και η καυτή ανάσα της ερήμου
μου έκαψε τα σωθικά.
Άλλωστε, μου είπε ανέμελα
ενώ έψαχνε το εισιτήριο του για να φύγει,
ποτέ κανείς δεν επιλέγει αυτόν που θα αγαπήσει. 

Λίλιθ και Εύα

Όχι η Εύα, η Λίλιθ.
Αυτή κυλιέται στο σκοτάδι
γυμνή και ανασαίνει 
στην πηχτή λίμνη με τους βάτραχους
αυτή είναι Άρπυια και δαίμονας και Γάτα
αυτή ξεσκίζει, καταστρέφει και τρελαίνεται.
Όχι λοιπόν την μαλακή πειθήνια Εύα
με το κορμί ροδάκινο 
αλλά την Λίλιθ
εκείνη την αλλοπαρμένη,
που έχει δυο μισά φεγγάρια μοναξιάς στο στήθος
και ξεριζώνει με ένα μαχαίρι την καρδιά 
για να γράψει με το αίμα της στους τοίχους 
κι ύστερα γίνεται ένα κουβάρι μήλο
και κατακόκκινη κυλάει στα σκοτάδια
την Λίλιθ του Κάτω Κόσμου που γερνά.
Αυτήν πρέπει πρώτα να γνωρίσεις.
Αν όπως λες, μπορείς και μ αγαπάς.


Πού πάνε τα ποιήματα

Πετούν διστακτικά απ το παράθυρο, 
μετεωρίζονται για λίγο σε καθρέφτη ουρανό
κι ύστερα γέρνουν τις μαύρες τους φτερούγες
και ακολουθούν την κατακόρυφη πορεία προς τα κάτω. 
Μόνο σπάνια
κάποιο απ αυτά ξεγελάει τον νόμο της βαρύτητας
και προλαβαίνει να σε αγγίξει
εκεί κοντά στο στόμα
πριν γκρεμιστεί για πάντα μες στην άβυσσο.

Γι αυτό το ένα ποίημα γράφω ακόμα.

 

 


 

 

Γιώργος Νικολόπουλος:
        
 Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται με τη λογοτεχνία και το θέατρο. Έχει εκδώσει 2 ποιητικές συλλογές (εκδ. Μανδραγόρας). Το παιδικό μυθιστόρημά του Οι τρεις πριγκίπισσες βραβεύθηκε και εκδόθηκε στην Κύπρο. 5 διηγήματά του έχουν βραβευθεί και δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, ανθολογίες, ηλεκτρονικά περιοδικά και λογοτεχνικούς ιστοχώρους. Είναι μέλος αρκετών λογοτεχνικών συλλόγων. Το έργο του έχει παρουσιασθεί στο Συμπόσιο Ποίησης του Πανεπιστημίου Πάτρας και σε πολλές ακόμα εκδηλώσεις. Είναι μέλος κριτικών επιτροπών λογοτεχνικών διαγωνισμών, και της συντακτικής ομάδας του περιοδικού της Διασπορικής. Διατηρεί τέσσερα λογοτεχνικά ιστολόγια. Δύο θεατρικά έργα του θα ξεκινήσουν σύντομα να παίζονται σε αθηναϊκά θέατρα.        

 

 

copyright 2009-2012, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας