Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Τζέημς Μέριλ: «Ο κομψός ποιητής του έρωτα και της απώλειας»

του Γιάννη Σουλιώτη

 

Δεύτερο μέρος

 

                                                                                         

   

3. ΑΠΟΚΡΙΕΣ
Τρεις καλοί φίλοι για πολλούς μήνες παραπονούνταν,
«Ήσουν ωραίος, James, πριν απ’ το ταξίδι σου. Ή αυτό
Εγώ νόμιζα. Αλλά εσύ άλλαξες. Ξέρω, ξέρω,
Οι άνθρωποι αλλάζουν. Ναι, είμαι έκπληκτος, είμαι λυπημένος.»

Πριν να εξαφανιστούν στη νύχτα
Μ’ αυτά που έλεγαν, έκανα μια προσπάθεια μουρμουρίζοντας
Υποσχέσεις που δεν σήμαιναν τίποτα ακριβώς
Και ποτέ δεν κρύφτηκα. Γι’ αυτό είχαν δίκιο.

Αυτοί δεν ήσαν νεαροί φίλοι, τι περισσότερο; Η νιότης θα 
εξηγούσε
Μέρος απ’ αυτό. Είχα φυλάξει κάπου μια σελίδα
Γραμμένη στα δεκάξι μου για μένα στη διπλάσια ηλικία,
Τον οποίο κατηγορώ ότι έγινε μάταιο

Επιπόλαιο αναίσθητο κτήνος που είμαι τώρα-
Ακούγοντας εκείνους να μιλάνε- και προτρέποντας τον εαυτό μου
να θυμηθεί
Το φως των άστρων μιας νύχτας του τελευταίου φθινοπώρου
Το 1943, και τον περίπατο με τον Μ.,

Παρόντος του οποίου ο θάνατος έμοιαζε το υπέρτατο αγαθό.
Γνώρισα τον Μ. και τη νέα του σύζυγο πέρσι την Πρωτοχρονιά.
Θρηνούσαμε τη μολυσμένη ατμόσφαιρα του ψυχρού πολέμου
Από ένα γωνιακό τραπέζι. Συμφωνήσαμε

Ότι ο πόλεμος μας είχε τελειώσει. Κάναμε ειρήνη
Με –όλα. Τα κεφάλια των ζώων 
Έδειχναν ανεκτικότητα από τους βελούδινους τοίχους .
Ζουμιά από δαμάσκηνα καθάριζαν τα χείλη μας από το λίπος.

Μετά η Λ.-είπε «ας μείνουμε φίλοι» και το καθαρό βλέμμα της
Έγινε δύσπιστο. Έχω ένα σωρό 
Φίλους. Ήθελα αγάπη, αν αγάπη είναι λέξη
Στη λεκιασμένη ράχη ενός χαμένου βιβλίου.

Χίλιες και μια νύχτες! Ήταν παράξενες.
Έλιωσαν το λίπος* της ψαριάς μου, άναψα
Το υγρό φυτίλι του λαδιού, αλλά δεν μπορούσα να δω μ’ αυτό.
Τα πρωινά, ένα μαύρο φιλμ πάνω στο γραφείο

…Όπου εδώ και μια βδομάδα ακριβώς σκεπτόμουνα να ψάξω
Για φωτογραφίες εκείνων των χρόνων, σε ένα Εξώφυλλο περιοδικού.
Ένας ελαφρύς στίχος ήρθε καθώς τις κοίταζα:

*Η αγγλική λέξη «blubber» σημαίνει λίπος φάλαινας, ενώ σαν ρήμα «κλαίω γοερά»



Καρτ-ποστάλ απ’ το Αμβούργο, Γύρω στα 1912
................

Εγώ κι η θεία Αλίκη, βρήκαμε τις καρτ-ποστάλ 
μετά το διαζύγιο της. Έγινε κατακόκκινη από ντροπή,
Ύστερα άσπρη, μετά σκεπτική. «Α, είναι όλοι οι ίδιοι-
Οι άντρες, εννοώ.» Μια παύση, « Όχι εσύ, φυσικά.»


Και μετά : «Θα τις κάψουμε. Άναψε τη φωτιά.» Πρέπει
Στο μεταξύ να βάλω μερικές μέσα στη μπλούζα μου.
Πέρασα τη νύχτα αναζωπυρώνοντας με δάχτυλα
Ειδικού – αλλά αυτή η φάση δε χρειάζεται συζήτηση…


« Η ψυχή, η οποία κατά τη βρεφική ηλικία δε μπορούσε να μιλήσει από το σώμα,
έφτασε με την ηλικία να μοιάζει μ’ ένα σώμα που δεν είχε πια, του οποίου
οι μεταφορές πήγαιναν πολύ μακριά απ’ ότι συμβαίνει, τώρα, για την αίσθηση.
Κάθε ειρωνεία κατά μέρος, ο άσωτος ήταν «σ’ αναζήτηση της ψυχής του»,
δούλευε νυχτιάτικα για να ξανακερδίσει εκείνα τα φλεγόμενα καταλύματα…Όπως,
επίσης με το ώριμο σώμα της Γης, επιβάλουμε ένα σωρό 
από μεγάλες εμπειρίες-ναρκωτικά, τρυπάνια, βομβαρδισμούς-
με τι αποτέλεσμα; Ένα πολυδιατηρημένο ρίγος,* μια σπατάλη ενέργειας πολύ ανάλογη με τη δική μας.

Φυσικές καταστροφές (όγκος κι αποπληξία όχι λιγότερο
από πλημμύρες και ηφαίστεια) μπορούν, τελικά, να έλθουν σαν θετικά στηρίγματα, διεστραμμένα αν σας αρέσει, τόσο ζωτικά στη γριά κοπέλα ακόμη.»
                                                                                        -GERMAINE NAHMAN

«…αντιμέτωπη με τέτοιους συνεχείς διαπληκτισμούς, η Σύνθια έπρεπε να τσιμπάει 
τον εαυτό της για να θυμάται πόσο θερμά και βαθειά αυτοί
οι δυο έκαναν, πράγματι, έρωτα ο ένας στον άλλο.»
                                                                                       -A.H. CLARENDON, Οι αδελφές της Ψυχής.

Έρωτας. Πάθος. Γροθιά ηλιόφωτου τελικά
Κτυπώντας με έμφαση τον κόλπο. Μεγάλοι θρήνοι
Από το λευκό σου καράβι: Η καρδιά υπερισχύει!
Πες το! Απλή ευπρέπεια οδηγεί την έκρηξη!-
Φράσεις που μυρίζουν γρήγορα αίμα, ενεδρεύουν σαν τους καρχαρίες
Με ένα διαφανές στιλ φωτός και σκοταδιού.

Τα χείλη κατά μέρος. Η πένα τρέμει. Επιπλέεις
Πάνω στην ανάσα, που αντικατοπτρίζει το πιο βαθύ.
Το παρελθόν υποχωρεί, ανοιγοκλείνει τα μάτια κι αποκοιμιέται.
Ο φόβος είναι ανάξιος, λένε τα άστρα από συνήθεια.
Ποιοι ανάξιοι προορισμοί υπήρξαν δικοί σου 
μέχρι σήμερα, λέει ο κλυδωνισμός της πλώρης.

*Στα γαλλικά στο πρωτότυπο= “frisson”

Ω εσύ που ξαφρίζεις τους βαθυγάλανους
Όγκους με ρίμα και αιτία,
Μια φορά χαλαρά τα φωσφορίζοντα μάτια
Και τα αντικείμενα της αναζήτησης σου να γλιστράνε,
Μπορείς να δεις σχεδόν ένα ανατέλλον 
Φρύδι, μια λεπτή αυγή στον ορίζοντα.

Εκτός του ότι σ’ αυτό το παρθένο ημισφαίριο
Μια πόλη σε καλεί- πύργοι, ταμπούρλα, όστρακα, καμπάνες
Κουδουνίζοντας κάθε χρόνο όλο και πιο πολυτελείς αποχαιρετισμούς
Στη σάρκα. Ανάμεσα στους χορευτές στην παραλία
Πλανιέται ένα πρόσωπο με κοστούμι από οστά,
Του οποίου η άγρια χάρη προειδοποιεί τους συνοδούς.


Σε διαλέγει ανάμεσα σε χίλιους. Δε θα προσπαθήσει
Ίσως να βλάψει. Επιπλέον τα σκυλίσια καφέ του μάτια
Στο λευκό του πρόσωπο που σκληραίνει καθώς ξεραίνεται
Σε τρυπάνε με τα μάτια των τριών άλλων φίλων.
Η μάσκα αρχίζει να λιώνει πάνω στο πρόσωπό σου.
Σιωπή έπεσε στην αγορά.

Και τώρα η μεγάλη περιπέτεια

Άσε να περιμένει.
Είμαι κουρασμένος, είναι αργά τη νύχτα.

Αύριο, αν μου δοθεί η ευκαιρία να κατακτήσω
Μια παλιά δυσπιστία φανταστικών σκηνών,
Σκηνές όχι ζωντανές μέσα μου ακόμη, τις λίγες τελικές γραμμές
Που μένουν στη σελίδα και όλη η διαδρομή μαζί στην άγκυρα.

Είμαι, σπίτι βέβαια. Είναι χειμώνας. Πραγματικό 
Χιόνι γεμίζει το δρόμο. Στο ξέστρωτο
Σε χάλκινο κρεβάτι κείται η αγαπημένη μου Σεχραζάντ,
Σχεδόν κοιμισμένη, η φούστα της κινούμενη στο ρυθμό 
Της μπάντας που παίζει ένα παράφωνο καλύψω.
Ο άνεμος πέθανε. Πού θα ήμουν 
Αν όχι εδώ; Έχουν μείνει τόσα λίγα να δω!
Χαμένοι φίλοι, τα περασμένα μου
Ταξίδια ,ευλογώ τα πληγωμένα σου
Μέλη και το φιλημένο σου στόμα, το μαυρισμένο και χαραγμένο πρόσωπο,
Μια ληστεμένη γη, ένα κείμενο όχι εντελώς υπονομευμένο
Από ρευστά κομμάτια μεταφοράς.




4. 

Τώρα, αν η τάξη επιστρέψει σ’ αυτό εδώ,
Το πρώτο μέρος του ποιήματος _Κωνσταντινούπολη-θα πάρω
Λίγο χρόνο απ’ αυτόν που έχει μείνει σήμερα για να κάνω
Μερικές σύντομες παρατηρήσεις. Το σκληρό πεντάμετρο
Τετράστιχων προσφέρουν, θα παρατηρήσεις, τρείς
Παρεμβολές, σε πρόζα όπως και σε στίχο.
Αυτό προέρχεται από το πώς ο καθένας με τη σειρά του
Αναφέρεται στο μυαλό, το σώμα και τη ψυχή (ή τη μνήμη);

Το κάνει ; Εντάξει. Όχι, δε μπορώ να πω ξαφνικά
Γιατί θα πρέπει να είναι έτσι. Βρίσκω αόριστα ικανοποιητικό-
Ναι παρακαλώ; Ο ποιητής κάνει πολλές αναφορές; Χμ. Αυτός 
Είναι ένας τρόπος να το θέσεις. Μπορούσε να μη είχε προγραμματίσει

Για τη δική του σεμνή προσπάθεια να φανεί
Ενάντια στο μέτρο του «πραγματικά μεγάλου»
(Όπως λέει ο Spender); Φοβούμενος την υπερβολή,
Τους αφήνει να το κάνουν-αφήνει τα λόγια τους, εννοώ
Ενισχύει τα δικά του-Εντάξει, τι γίνεται τώρα; Αχ. Πώς και πότε
«Βεβαίωσε»; Γιατί, συνεχώς. Και πώς αλλιώς
Αλλά μόνο στον τρόπο. Τρόπο που βεβαιώνει. Είναι καλο-
Ειπωμένο, αν το κάνω-(Κτυπάνε οι καμπάνες).Φύγαμε ,κύριοι.



5.
Και όταν η μεγάλη περιπέτεια έφτασε στο τέλος της,
Είδα το Σουλτάνο σ’ ένα γυαλί ,να γερνάει,
Ενώ εκείνη, η καλή του σύζυγος ακόμη, τα παραμύθια της όλα ειπωμένα
Του χαμογέλασε γλυκά.«Ω πολυαγαπημένε μου φίλε,»

Είπε , «και άρχοντα και κύριε απ’ την αρχή,
Απελευθέρωσέ με τώρα. Η δούλη θα δροσίσει
Τη ψυχή της σε τούτη την κρύα πηγή την οποία η σάρκα 
Δε γνωρίζει. Κάνε μου αυτή τη χάρη, γιατί λιποθυμάω από δίψα.»

Κι εκείνος: «Αλλά εγώ είμαι σκλάβος σου.
Ελευθέρωσε με, σε ικετεύω, να πάω ν’ αναζητήσω τις χαρές
Ακέντητες απ’ την υψηλή, γλυκιά φωνή, 
Στο πέτρινο μονοπάτι που στρώνουν οι αισθήσεις.»

Έκλαψαν, μετά αγκαλιάστηκαν τρυφερά και πήραν
Το δρόμο τους. Εκείνη και οι μύθοι της έγιναν γρήγορα ένα.
Εκείνος κοιμήθηκε μέχρι το χάσιμο του φεγγαριού, ξύπνησε με ένα
εκτυφλωτικό ήλιο,
Πολύ αργά για να ρωτήσει τι σήμαινε ο μύθος.




Ημέρες του 1964

Σπίτια, μια πρεσβεία, το νοσοκομείο,
Η γειτονιά μας ηλιόλουστη αν και τρέμοντας ακόμη
Στις μικρές λίμνες της βροχερής νύχτας…
Απέναντι απ’ το δρόμο που οδηγεί στο κέντρο της πόλης
Ένας απότομος λόφος κρατούσε συντροφιά σε μέρος του δρόμου
Ή κάποιος θα μπορούσε ν’ αναρριχηθεί σε είκοσι λεπτά 
Σε κάτι θέες που κυριολεκτικά κόβουν την ανάσα,
Πλαισιωμένες από πεύκα-ομπρέλες, την πόλη και τη θάλασσα.
Κάτω απ’ τα πόδια ,κυκλάμινα, φθινοπωρινοί κρόκοι μεγάλωσαν
Στιλπνοί όπως με λεπτό ιδρώτα ανάμεσα στα λείψανα
Των καλών καιρών. Αν όχι ο Όλυμπος,

Έφερα λουλούδια στο σπίτι από τις αναρριχήσεις μου.
Η Κυρία Κλειώ που μας περιποιόταν 
Τα έβαλε στο νερό, τραγουδώντας Παρθένα, Παρθένα.
Την πονούσαν τα πόδια της. Φορούσε σκούρα, ήταν παχιά, περασμένα πενήντα,
Και έμοιαζε με Δέσποινα της Παλμύρας
Αντίγραφο από λαρδί κι αλογότριχες. Πόσο αγαπούσε
Εσένα, εμένα, όλους μας, το πουλί, τη γάτα!
Σκέπτομαι τώρα πως ήταν αγάπη. Αναστέναζε κι έλαμπε
Όλη την ημέρα μ’ αυτό, ή πόνο ή και τα δυο.
(Δεν επικοινωνούσαμε ιδιαίτερα.)
Ζούσε κοντά στο σπίτι με την ευσεβή μητέρα της
Και τον άσωτο γιο της. Με έλεγε πραγματικό της γιο.

Την πλήρωνα γενναιόδωρα, τολμώ να πω.
Η αγάπη κάνει μερικούς γενναιόδωρους. Δες εμάς. Γνωριστήκαμε
Τόσο λίγο ώστε αντί να κοιμόμαστε
Ξαπλώναμε ολόκληρες νύχτες, ανοιχτά, με το φως της λάμπας,
Και ρεμβάζαμε, ή λέγαμε ιστορίες.
Γυρίζεις πίσω σε μια ώρα- λαχανιάζοντας στην αγκαλιά μου
Με αγάπη, ή γέλια ή και τα δυο,
Θυμόμουνα ακριβώς και σου έλεγα 
Τι είδα στο δρόμο για την πόλη το μεσημέρι :
Καημένη γριά Κλειώ, τα πονεμένα πόδια της,
Βαδίζοντας με κόπο μέσα στα πεύκα. Φώναξα,
Φώναξα τρεις φορές πριν να γυρίσει.
Πάνω από ένα στενό, γαλάζιο πουλόβερ, το πρόσωπό της
Ήταν βαμμένο. Ναι. Το πρόσωπό της ήταν βαμμένο
Άσπρο σαν κλόουν, άσπρο φεγγαρίσιο στο φως της ημέρας,
Στολισμένη με πέρλες, στόμα κόκκινο φύλλου αλεξανδρινού
Φάε με, πλήρωσέ με-η ερωτική μάσκα
Που ο κόσμος φοράει από ψευδαίσθηση
κι από απλή ανάγκη στους γάμους του.


Έκπληκτοι αμίλητοι, κοιτάζαμε-ήταν η αγάπη ψευδαίσθηση;-
Και χάθηκαν οι δρόμοι μας. Μετά, διέσχιζα μια πλατεία
Στην οποία μια υπαίθρια κινητή αγορά 
Με λαχανικά, πουλερικά, αγγειοπλαστική όλα σε δράση
Μέσα από ένα όνειρο-πιεστήριο εκείνων που κάνουν παζάρια 
Φιλύποπτοι από φόβο μήπως τυχόν και τους κοροϊδέψουν, τους μαδήσουν
Σαν ο πουλί, σαν το λουλούδι αυτού του ήπιου Νοέμβρη,
Χαμένος στα μονοπάτια από μαλακό πηλό, που βρίσκεται,
Όπου το μπουμπούκι ξανανθίζει.
Καλύτερα να ξανατραφεί, με τα γόνατά μέσα στη λάσπη-
Εδώ σταμάτησα παγωμένος, για το χατίρι και των δυο μας.


Και ήρεμος στο δρόμο για το σπίτι αγόρασα φρούτα για μας.

Συγχώρα με αν διαβάζεις αυτό.(Και πρέπει Κυρία Κλειώ,
Κάποιος κάποτε να το μεταφράσει στα ελληνικά
Και να της το διαβάσει δυνατά, συγχώρα με, ξανά.)
Έζησα τόσο καιρό χωρίς αγάπη, που με βία έμαθα πώς σκεπτόμουνα.

Όπου έκρυψα το πρόσωπό μου, το άγγιγμα σου, γρήγορο, σπλαχνικό
Μου κάλυψε τα μάτια. Ένας θεός ανάσαινε απ’ τα χείλη μου.
Αν αυτό ήταν ψευδαίσθηση, ήθελα να κρατήσει πολύ
Να ζει για το μεροκάματό της, μ’ εμάς εκεί,
Καθαρίζοντας και ποτίζοντας, αναστενάζοντας μ’ αγάπη ή πόνο.
Ήλπιζα πως θ’ αναρριχηθεί όταν χρειαζόταν στα ύψη
Ακόμη και κατρακυλώντας, όπως σ’ εμένα τουλάχιστον
Έμοιαζε , εκείνες τις ημέρες που όλο ανέβαινα
Σ’ ένα κόσμο άγριων
Λουλουδιών, γλεντιού, δακρύων ή έπεφτα με διπλωμένα
Πόδια από ύψη σε βάθη,
Στη λίμνη της βροχής της κάθε νύχτας;

Αλλά ήσουν παντού πλάι μου, μασκοφορεμένος
Σαν εκείνον που δε γέλαγε, πονούσε κι αγαπούσε.


(Τα ανωτέρω ποιήματα είναι από τη συλλογή «Νύχτες και Ημέρες»
(Νights and Days) )




ΘΕΡΑΠΕΙΑ ME ΣΤΑΦΥΛΙA
Για δυο μέρες να τρέφεσαι με νερό. Το τρίτο πρωινό
Πιες νερό, και κάπου είκοσι λεπτά μετά,
Φάε τα πρώτα σου σταφύλια. Σε όσες βδομάδες χρειάζεσαι
Θα έχεις θεραπευτεί. Απλά, αυτό που συμβαίνει,
Είναι ότι καθαρίζεσαι, και η πείνα ,όχι η δικιά σου αλλά εκείνου 
Που τρέφεται από σένα, κρέμεται από την καρδιά σου σαν κάβουρας.

Οι πρώτες ημέρες είναι ταγκές. Σε μια κοκάλινη κούπα, 
Άγριο μέλι, ακρίδες, το εύγευστο γεύμα ερημίτη, 
Και κανάτια που δροσίζονται ανάμεσα σε τοίχους. Ο λόγος
Του Χέντελ σε μια έναστρη σοφίτα ηχώντας
Την ερώτηση για το πόσο χρειάζεται κάποιος εκείνο
Που είναι μια μεγάλη αταξία για ένα σοβαρό άνθρωπο.

Κι ο άγριος κολοσσός που σε είχε φυλάξει
Κινείται προς μια κολόνα πάνω από αυτές τις κινούμενες άμμους 
Όπου η απουσία φυτεύει το μεγαλοπρεπές ξεριζωμένο
από αργοπορημένους επισκέπτες σ’ εκείνο το μέρος. Και τότε μόνο,
με την τελευταία ψευδαίσθηση ότι οτιδήποτε είναι χαμένο σαν μια παλιοδεκάρα
κάνει να έρχονται τέτοιες αποχαυνώσεις.


Αυτό, τράβηξε με μιας δυο απ’ το μακρινό αστέρι
Που λέγεται Πληρότητα και τον φαλακρό πλανήτη Εμπ,
Το σώμα σου μαθαίνει πως είναι αλυσοδεμένο με το φόβο.
Μάθε πως χρειάζεσαι ένα μόνο πράγμα το οποίο πιέζοντας
Τον ουρανίσκο σου ,δεν είναι πια απόλαυση ,ούτε καν
Η ελπίδα της .Το σώμα σου είναι σαν μια ακτή στη δύση του ήλιου, του οποίου
Οι νοσηρές πεδιάδες, οι μαύροι κι οι επαίτες περιπλανώμενοι με τα κρησφύγετά τους
Στην πλάτη τους, καίγονται όπως οι συλημένες πόλεις της αρχαιότητας για μια φορά χωρίς την πατίνα του χρόνου, 
και σε πλήρη παλίρροια, παρ’ ότι ελκυστικές, ύποπτες ακόμη,
κολακευμένες, αλλά ( ακόμη ύποπτες) εκτιμώμενες
από φόβο μήπως όλα αποτύχουν, και όταν ο Χέντελ σταμάτησε
Τα ζώα που άκουγαν δεν είχαν ηρεμήσει,
Ή και ,αύριο το πρωί, όταν ο ήλιος συναντήσει τ’ αμπέλια, ένας άρρωστος άνθρωπος θα ισχυριστεί κατά κάποιο τρόπο ότι απ’ αυτόν τον χρυσελεφάντινο αέρα
ο χρυσός δεν μπορεί να είναι φιλευσπλαχνία ,ούτε φιλντισένια ελεημοσύνη.




Μεταξύ Μας
΄Ενα …..πρόσωπο; Ξαπλωμένο
Εκεί στο μαξιλάρι πλάι
Στο στραμμένο σου πρόσωπο με τα μπερδεμένα γκρίζα μαλλιά :
Ένα άλλο-σαν ζαρωμένο κεφάλι, πολύ μικρό!
Τα μάτια μου κλειστά 
Από φόβο. Ανοικτά. Είναι εκεί,

Κέρινο, απάνθρωπο. Μικρό.
Η τεντωμένη πτυχή του στόματος αλλάζει.
Μοιάζει να χαμογελά, με το πηγούνι σηκωμένο στο χλωμό φως. Αλλού
Ήξερα τι ήταν, αυτό το πράγμα, ήξερα
Το τυφλό μάτι- σχίζεται

Και υποχωρεί -απότομα στα ζυγωματικά-
Αχ. Και πάλι κάνε.
Όχι ένα πρόσωπο. Ένα χέρι, που φαίνεται παράδοξο. Το δικό μου,
Απελευθέρωσέ με, αναπνέω
Παρακολουθώντας το χαλαρός μ’ ένα απαλό βογγητό 
Που είναι για σένα.

Απόδοση: Γιάννης Σουλιώτης

 

Πρώτο μέρος

  


 

 

 Γιάννης Σουλιώτης:

Γεννήθηκε  στον Πόρο.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες για θέματα Διεθνούς Δικαίου, Δικαίου Θαλάσσης, Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κ.ά., καθώς και λογοτεχνικά έργα: 

-Τα Κόλλυβα, Λαογραφία, Λεύκωμα, Εκδ.Κέδρος , 1986.

-Ο κύκλος και η έκλειψη, Ποίηματα στην ελληνική και ιταλική, Εκδ. Sintesi, Napoli, 1988,Εικονογραφία ιταλών καλλιτεχνών και Αλέκου Φασιανού.

-Ο Κούρος, Ποιήματα στην ελληνική και ιταλική, Εκδ.Il Laboratorio di Nola,1991,Εικονογραφία Fabrizio Clerici.

-Via Giulia, Ποίημα στην ιταλική, Εκδ. il Laboratorio di Nola, με 2 acqueforti τουBruno D’Arcevia.

-Με μπλε ελληνικό, Ποιήματα στην ελληνική και αγγλική, Εκδ. Μίμνερμος, 2000,με 5 μεταξοτυπίες του Αλέκου Φασιανού.

-Το κουτί της Πανδώρας στις διεθνείς σχέσεις, Μυθολογία και πολιτική, στην ελληνική και αγγλική, Εκδ. Νηρέας, 2002,Εκονογραφία Αλέκου Φασιανού.

-Manhattan, Μετάφραση  ιταλικού Ποιήματος  της Jolanda Capriglione στην ελληνική και αγγλική, Εκδ.Il Laboratorio di Nola,2004,με 2 acquatinte του Gaetano di Riso και του Κώστα Ζυμαράκη.

-Ο Πόρος είναι…,Ανθολογία  κειμένων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων και ποιητών, Εκδ. Κέδρος 2006

-Οι Άγιοι Στρατιώτες, Λεύκωμα, Εικόνες  και βίοι στρατιωτικών αγίων,Εκδ.Φυτράκης,2006.

-Το Μόδι,Μυθιστόρημα,Εκδ.Κέδρος,2006.

-Φερνάντο Πεσσόα,Ποίηση,Εκδ.Πρίντα,2006,3η Έκδοση 2007.

-Φερνάντο Πεσσόα, Αντίνοος,Εκδ.Παρουσία,2007

-Ανθολογία Πορτογαλικής Ποίησης,Εκδ.Πρίντα-Ροές,2008

-Υποψήφιος για το Κρατικό Βιβλίο Μετάφρασης.

-ΤΟ ΡΟΔΙ,Ημερολόγιο,Εκδ.Αρμός.2008 

-ΚΑΒΑΦΗΣ-ΠΕΣΣΟΑ-ΠΕΣΣΟΑ-ΚΑΒΑΦΗΣ,Εκδ.Μεταίχμιο,2009

-ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ Ο ΠΕΣΣΟΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ (Documentaire-Μυθοπλασία,1ο Βραβείο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης)2009

-Φερνάντο Πεσσόα,Ο Αναρχικός Τραπεζίτης+Οι Πέντε Διάλογοι για την Τυραννία,Εκδ.Αρμός,Ιούνιος 2009-05-11

-Φερνάντο Πεσσόα,ULTIMATUM,,Εκδ.Παρουσία,Ιούνιος 2009

-Μαρκ Σαγκάλ-Ποιήματα, Λεύκωμα,Εκδ.Αρμός,Οκτώβριος 2009

- Antonio Botto ο ανδρείος ποιητής,Ποιήματα,Εκδ.Οδός Πανός, ,2010

-Τα Άγια Παιδιά,Λεύκωμα,Εκδ.Επτάλοφος,2010

-Οι Άγιες Μάνες,Λεύκωμα, Εκδ.Επτάλοφος,2010

- Ο Αγ.Σεβαστιανός και το γυμνό στην ελληνική εικονογραφία, Μελέτη-Λεύκωμα,Εκδ.Οδός Πανός,2010

- ΛΙΣΑΒΟΝΑ,Φερνάντο Πεσσόα, Εκδ.Printa,2011

-Θυμάσαι πώς μύριζαν οι μανόλιες στη Νικαράγουα; Θέατρο

http://www.ysouliotis.gr/

 

copyright 2009-2012, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας