Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

Διαβάστε επίσης:

Αυτό που λείπει

 

 

 

Το Ημερολόγιο ενός Αδέσποτου Σκύλου

Με το Διονύση Μαρίνο

 

 

 

16 HORSEPOWER - SINNERMAN

Αμαρτωλός

 

Κατέρχεται. Λασπωμένος ως το κόκαλο καθώς οι φολίδες της πρωινής βροχής έχουν σχεδιάσει πάνω στο αλμυρό κορμί του καινούργιες ατίθασες φλέβες. Βρέχει ακόμα μέσα στο κεφάλι του, δεν έχει σταματήσει ούτε λεπτό. Σαν μελάνι που δεν λέει να γλιτώσει από τις λέξεις. Τον είδαν να τρέχει προς τον επαρχιακό δρόμο, πίσω από τις φλεγόμενες φτελιές που όριζαν έναν παράδοξο ορίζοντα μνήμης. Έκτοτε χάθηκε μέσα του σαν να μύρισε ξαφνικά χειμώνας. Τον κουβαλούσαν στα ράμφη τους τα αετόπουλα φερμένα από τη σκοτεινιά της δύσης και εκείνος τα κοιτούσε απορημένος που ήξεραν να ξεχωρίζουν τις εποχές, ενώ αυτός δεν γνώριζε καν τη μέρα ήταν σήμερα και ποια θα ήταν αύριο.

Η μάνα του πέθανε κάτω από το μεταλλικό βάρος του αίματός της που έπηζε σαν αίνιγμα και στο χωριό είπαν ότι τη σκότωσε μόνο για να έχει κάτι να περιμένει στο σταθμό κάθε απόγευμα.

Από το πλεχτό παράθυρο της φυλακής βλέπει μόνο την άκρη της μουσούδας ενός τρένου να περνάει κάθε βράδυ στις 11. Περνάει και δεν σταματάει.

“Θα έρθει με το επόμενο”, σκέφτεται, “σίγουρα με το επόμενο”.

Κάπως έτσι έμαθε ξηλώνει τους διακόπτες της νύχτας...

 

THE DOORS – PEOPLE ARE STRANGE

  

 

Οι παράξενοι άνθρωποι

 

Οι αυλακώσεις των πανικών. Πάνω από τις στέγες περνούσε σωριασμένος ο αέρας πυρπολώντας τα μέσα δωμάτια. Στην αρχή κομματιάζαμε το φόβο στο τραπέζι, μαζί με το ψωμί και το κρασί. Ο πατέρας είχε ένα καλό μαχαίρι που όλο ξεχνούσε να το ακονίσει. Γι’ αυτό έμεινε άκοπος στη ζωή του, ούτε μια αμυχή. Αρχίσαμε να τον καταπίνουμε αυτό το φόβο.

Με τον καιρό μάθαμε να βγαίνουμε έξω από το σπίτι, το έκαναν και άλλοι, μας ακολούθησαν. Στο δρόμο έτρεμαν τα φορέματα σε σχήματα βυσσινί ακαμψίας και οι άντρες κάπνιζαν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο λέγοντας πως αυτός ο κόσμος δεν είναι αυτός που βλέπουμε. Κάτι άλλο υπάρχει εδώ μέσα. Τα καπέλα τους τραβούσαν το δικό τους δρόμο. Κανείς δεν ήξερε που πήγαιναν και αν θα επέστρεφαν ποτέ. Από συνήθεια συνεχίσαμε να κόβουμε τριαντάφυλλα, να γέρνουμε στους νοτισμένους τοίχους που από τα χρόνια είχαν ποτιστεί από τον ιδρώτα των σωμάτων και στις βιτρίνες έγερνε ένα φως θρυμματισμένο. Η πόλη έβραζε πρόσωπα. 

Κάποιος είπε: «Είμαστε οι παράξενοι άνθρωποι. Είμαστε οι κρυμμένοι άνθρωποι».   

Εγώ πάλι λέω: «Σκέφτομαι μια πατρίδα χωρίς ήχους».

Τρέχω στον μακρύ λαιμό του αυτοκινητόδρομου σκονισμένος μέχρι το κόκαλο, με τη μηχανή του αυτοκινήτου να μου επιστρέφει κομματιασμένα τρέμουλα.   

Έπειτα από τόσα χρόνια θυμάμαι ακόμα τα κομματιασμένα τζάμια του ασύλου, την ώρα που ο ήλιος κρυβόταν πίσω από τον γκρεμό. 

Έχω πάψει να τρέχω. Μου τελείωσε ο δρόμος.

 


 

 

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας